Η διαβούλευση λήγει σε
0 Η
0 Ω
0 Λ
#ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΑΛΛΑΓΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΘΗΚΕ

Κλιματικός νόμος

162
85

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η δημιουργία ενός συνεκτικού πλαισίου για τη βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας και κλιματικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας και τη διασφάλιση της σταδιακής μετάβασης της χώρας, έως το 2050, σε κλιματική ουδετερότητα με τον πλέον περιβαλλοντικά βιώσιμο, κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο.

Πώς λειτουργεί ?

Α. Σκοπός και ορισμοί

Άρθρο 1

Σκοπός

  1. Σκοπός των διατάξεων του παρόντος νόμου είναι η σταδιακή και μη αντιστρέψιμη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, η ενίσχυση των απορροφήσεων από φυσικές καταβόθρες άνθρακα και η βελτίωση της προσαρμοστικής ικανότητας και κλιματικής ανθεκτικότητας της Ελλάδας με τον πλέον περιβαλλοντικά βιώσιμο, κοινωνικά δίκαιο και οικονομικά αποδοτικό τρόπο.
  2. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου συμβάλλουν στην ενίσχυση της παγκόσμιας προσπάθειας για τον περιορισμό της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5°C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, όπως ορίζεται στο άρθρο 2 της Συμφωνίας του Παρισιού.
  3. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου θεσπίζουν το πλαίσιο για την επίτευξη των στόχων προσαρμογής και ανθεκτικότητας στην κλιματική αλλαγή, όπως ορίζεται στο άρθρο 7 της Συμφωνίας του Παρισιού.
  4. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου συμβάλλουν στην αποτελεσματική εφαρμογή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του διεθνούς δικαίου για το κλίμα και δεσμεύουν όλους τους φορείς και όργανα του κράτους ώστε να ασκούν τις αρμοδιότητές τους με τρόπο συμβατό προς τον στόχο της επίτευξης κλιματικής ουδετερότητας.
  5. Ο παρών νόμος καλύπτει τις ανθρωπογενείς εκπομπές και τις απορροφήσεις, από φυσικές καταβόθρες άνθρακα, των αερίων του θερμοκηπίου όπως αυτά παρατίθενται στο μέρος 2 του παραρτήματος V του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα.

Άρθρο 2

Ειδικότεροι στόχοι

  1. Ως νομικά δεσμευτικός στόχος ορίζεται η επίτευξη κλιματικής ουδετερότητας στην Ελλάδα το αργότερο έως το 2045 και η επίτευξη αρνητικού ισοζυγίου άνθρακα αμέσως μετά.
  2. Ως νομικά δεσμευτικός στόχος ορίζεται η επίτευξη μιας κλιματικά ανθεκτικής κοινωνίας, πλήρως προσαρμοσμένης στις αναπόφευκτες επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, μέσω της διαρκούς βελτίωσης της προσαρμοστικής ικανότητας, της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας και της μείωσης της τρωτότητας στην κλιματική αλλαγή.

Άρθρο 3

Ορισμοί

Κατά την έννοια του παρόντος νόμου, νοούνται ως:

  1. Ανθρωπογενείς εκπομπές: οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τη χρήση ορυκτών καυσίμων και την αλλαγή χρήσεων γης.
  2. Απόθεμα άνθρακα: η αθροιστική ποσότητα της εναπομείνασας ποσότητας των ανθρωπογενών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, η οποία μπορεί να εκλυθεί στο μέλλον χωρίς να υπερβεί τον στόχο περιορισμού της αύξησης της θερμοκρασίας, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 2 της Συμφωνίας του Παρισιού.
  3. Γκρίζες υποδομές: τεχνικά έργα ή κατασκευές συμβατικού χαρακτήρα.
  4. Καταβόθρες άνθρακα: τα χερσαία, παράκτια και θαλάσσια οικοσυστήματα που έχουν την ικανότητα να απορροφούν διοξείδιο του άνθρακα, αφαιρώντας το από την ατμόσφαιρα.
  5. Κίνδυνος ή κίνδυνοι που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή: Ο φυσικός κίνδυνος από την κλιματική αλλαγή, και ο κίνδυνος μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα.
  6. Κίνδυνος μετάβασης (σε μία οικονομία χαμηλών εκπομπών): Η χρηματοοικονομική ζημία φορέα, η οποία μπορεί να επέλθει, άμεσα ή έμμεσα, από τη διαδικασία προσαρμογής προς μια οικονομία χαμηλότερων εκπομπών άνθρακα. Ο κίνδυνος αυτός θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προκληθεί από μια αιφνίδια υιοθέτηση κλιματικών και περιβαλλοντικών πολιτικών, από την αλλαγή του ρυθμιστικού πλαισίου για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, την τεχνολογική εξέλιξη ή μεταβολές των προτιμήσεων στις αγορές. Ο κίνδυνος μετάβασης περιλαμβάνει και τους κινδύνους που συνδέονται με την απόσβεση στοιχείων ενεργητικού λόγω ρυθμιστικών αλλαγών.
  7. Κλιματική ουδετερότητα ή μηδενικό ισοζύγιο εκπομπών άνθρακα: Ο ισοσκελισμός των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου και των απορροφήσεών τους από φυσικά οικοσυστήματα μέσα σε μία δεδομένη χρονική περίοδο.
  8. Κλιματική σταθερότητα: ο περιορισμός της μέσης αύξησης της θερμοκρασίας του πλανήτη κάτω από τους 1.5 °C πάνω από τα προβιομηχανικά επίπεδα, σύμφωνα με τους ειδικότερους ορισμούς της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, και του άρθρου 2 παρ. 1 της Συμφωνίας των Παρισίων στη Σύμβαση - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, όπως έχει κυρωθεί και ισχύει (ΦΕΚ Α’ 187/ 6.10.2016).
  9. Κλιματικός προϋπολογισμός: Η συνολική ποσότητα των ανθρωπογενών εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου ανά πενταετή περίοδο που καθορίζεται με σκοπό την επίτευξη των στόχων του παρόντος νόμου.
  10. Πράσινες ή γαλάζιες υποδομές: στρατηγικά σχεδιασμένο δίκτυο από χερσαίες, παράκτιες ή θαλάσσιες φυσικές και ημιφυσικές περιοχές και χώρους που αποσκοπούν στην παροχή ευρείας ποικιλίας οικοσυστημικών υπηρεσιών.
  11. Φυσικός κίνδυνος ή κίνδυνοι (που συνδέεται ή συνδέονται με την κλιματική αλλαγή): Η επίπτωση της κλιματικής αλλαγής στην κοινωνία, τη βιοποικιλότητα και την οικονομία, συμπεριλαμβανομένου του αντικτύπου των συχνότερων ακραίων καιρικών φαινομένων και σταδιακών αλλαγών στο κλίμα, καθώς και της υποβάθμισης του περιβάλλοντος, όπως η ρύπανση του αέρα, των υδάτων και του εδάφους, η λειψυδρία, η απώλεια της βιοποικιλότητας και η αποψίλωση. Εφόσον είναι απαραίτητο, ο φυσικός κίνδυνος ταξινομείται ως «οξύς» όταν προέρχεται από ακραία φαινόμενα, όπως η ξηρασία, οι πλημμύρες και οι καταιγίδες, και ως «χρόνιος» όταν προέρχεται από προοδευτικές μεταβολές, όπως η άνοδος της θερμοκρασίας, η άνοδος της στάθμης της θάλασσας, η λειψυδρία, η απώλεια της βιοποικιλότητας, η μεταβολή της χρήσης γης, η καταστροφή οικοτόπων και η στενότητα των φυσικών πόρων. Ο φυσικός κίνδυνος μπορεί να οδηγήσει άμεσα, για παράδειγμα, σε καταστροφές περιουσίας, άμεση ένταση πυρκαγιών ή σε μείωση της παραγωγικότητας ή να οδηγήσει εμμέσως σε επακόλουθα φαινόμενα, όπως η διαταραχή της εφοδιαστικής αλυσίδας.

Άρθρο 4

Πεδίο εφαρμογής

  1. O παρών νόμος καλύπτει όλες τις δραστηριότητες, έργα, μέτρα και πολιτικές εντός της ελληνικής επικράτειας που προκαλούν, άμεσα ή έμμεσα, εκπομπές και απορροφήσεις αερίων του θερμοκηπίου. Δραστηριότητες εκτός του εθνικού χώρου περιλαμβάνονται μόνο εφόσον αυτό ορίζεται ρητά στον παρόντα νόμο, στις ρυθμίσεις που θεσπίζονται κατ’ εξουσιοδότησή του ή σε άλλες διατάξεις.
  2. Τα μέτρα που λαμβάνονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο εξειδικεύονται με την αναφορά σε σταθερές εγκαταστάσεις, σε κατηγορίες πηγών ή καταβοθρών ή και στα δύο.
  3. Οι κατηγορίες πηγών ή καταβοθρών ορίζονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες κατευθυντήριες γραμμές για την υποβολή αναφορών στη UNFCCC. Οι κατηγορίες αυτές περιλαμβάνονται στο Παράρτημα Ορολογίας πηγών/καταβοθρών.
  4. Κατά παρέκκλιση της πρώτης και της δεύτερης παραγράφου, μπορούν να εξαιρούνται από τα μέτρα του Μέρους Δ του παρόντος δραστηριότητες των οποίων η συμβολή στις εθνικές εκπομπές και απορροφήσεις αερίων του θερμοκηπίου είναι εξαιρετικά μικρή.

Β. Αρχές και δικαιώματα

Άρθρο 5

Αρχή της πρόληψης

  1. Τα μέτρα που λαμβάνονται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου, και κάθε ενέργεια για την υλοποίηση των στόχων του, βασίζονται στην αρχή της πρόληψης.

Άρθρο 6

Βέλτιστη διαθέσιμη επιστήμη

  1. Τα μέτρα που λαμβάνονται κατ΄ εφαρμογή του παρόντος νόμου, και κάθε ενέργεια για την υλοποίηση των στόχων του, βασίζονται:
    1. στις βέλτιστες διαθέσιμες πρακτικές,
    2. στα βέλτιστα διαθέσιμα επιστημονικά δεδομένα.
  1. Τα δεδομένα και οι πηγές της επιστημονικής γνώσης που χρησιμοποιούνται για τους σκοπούς της πρώτης παραγράφου, υπόκεινται στις απαιτήσεις της ενεργητικής δημοσιότητας του άρθρου 14.
  2. Κάθε αρχή, που είναι αρμόδια για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, προάγει και αξιοποιεί την επιστημονική έρευνα, με σκοπό τη διασφάλιση της βέλτιστης ποιότητας της επιστήμης και των επιστημονικών δεδομένων, που είναι απαραίτητα για την αποτελεσματική άσκηση των αρμοδιοτήτων της σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο.
  3. Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγει την εφαρμογή της αρχής της πρόληψης του άρθρου 5.

Άρθρο 7

Διασφάλιση του επιπέδου περιβαλλοντικής προστασίας

  1. Απαγορεύεται η κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου λήψη μέτρων, εφόσον οδηγεί σε μείωση του τυπικού και ουσιαστικού επιπέδου προστασίας στοιχείων του περιβάλλοντος που κατοχυρώνουν και ορίζουν οι κείμενες εθνικές διατάξεις για στοιχεία του περιβάλλοντος. Οι διατάξεις αυτές αφορούν ιδίως:
    1. τα δάση, τις δασικές και χορτολιβαδικές εκτάσεις
    2. τον αιγιαλό, την παραλία και την παράκτια ζώνη
    3. τους υγρότοπους και γενικότερα τα υδάτινα σώματα
    4. τους προστατευόμενους οικότοπους
    5. τα προστατευόμενα είδη
    6. Τα είδη του εθνικού καταλόγου σημαντικών ειδών χλωρίδας, πανίδας και άλλων ομάδων οργανισμών, καθώς και τύπων φυσικών οικοτόπων (άρθρο 10, ν. 3937/2011)
    7. τις προστατευόμενες περιοχές
    8. το τοπίο
    9. τα υδατορέματα
    10. τα θαλάσσια ύδατα
    11. την ποιότητα του πόσιμου νερού
    12. την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα
    13. την έκθεση σε χημικούς, βιολογικούς ή άλλους παράγοντες και ουσίες
    14. τα όρια εκπομπών στα ύδατα, στον αέρα και στο έδαφος
    15. τα πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος
    16. τα μνημεία, τους ιστορικούς τόπους και τους προστατευόμενους οικισμούς.
  1. Απαγορεύεται η λήψη μέτρων που οδηγούν σε υποβάθμιση της ικανότητας προσαρμογής στις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της ανθεκτικότητας των ευαίσθητων στοιχείων του περιβάλλοντος. Τα στοιχεία αυτά είναι ιδίως όσα προστατεύονται από τις διατάξεις στις οποίες παραπέμπει η πρώτη παράγραφος. Η απαγόρευση αυτή ισχύει ακόμα και όταν τα μέτρα αυτά επιτρέπονται ή επιτάσσονται από τις ειδικότερες για τα στοιχεία αυτά διατάξεις της πρώτης παραγράφου.
  2. Κανένα μέτρο που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου δεν επιτρέπεται να οδηγεί σε επιδείνωση
    1. των όρων και περιορισμών δόμησης που ορίζουν οι ισχύουσες πολεοδομικές και χωροταξικές διατάξεις και
    2. των πραγματικών συνθηκών διαβίωσης σε πόλεις, οικισμούς και κατοικημένες περιοχές.
  3. Η απαγόρευση της προηγούμενης παραγράφου δεν παραβιάζεται από μέτρα που ικανοποιούν σωρευτικά τις ακόλουθες απαιτήσεις:
    1. αποσκοπούν αποκλειστικά στην ενίσχυση της ικανότητας προσαρμογής στις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της ανθεκτικότητας πόλεων, οικισμών και κατοικημένων περιοχών και
    2. αξιοποιούν, για τον παραπάνω σκοπό, στον μέγιστο τεχνικά δυνατό βαθμό, υφιστάμενα προστατευόμενα στοιχεία του περιβάλλοντος.
  4. Η εφαρμογή των περιορισμών που θεσπίζονται με το παρόν άρθρο αιτιολογείται ειδικά στις εκτιμήσεις επιπτώσεων.

Άρθρο 8

Κοινό αγαθό

Η σταθερότητα του κλίματος αποτελεί στοιχείο του ζωτικού χώρου και αγαθό κοινό σε όλους.

Άρθρο 9

Δικαίωμα στη σταθερότητα του κλίματος

  1. Η διασφάλιση της σταθερότητας του κλίματος, όπως ορίζεται στην όγδοη παράγραφο του άρθρου 3 του παρόντος, είναι δικαίωμα του καθενός.
  2. Χωρίς να θίγεται το δικαίωμα της πρώτης παραγράφου, και με την επιφύλαξη λήψης των αναγκαίων ρυθμιστικών μέτρων κατά το άρθρο 10, η Πολιτεία και κάθε αρμόδια αρχή εγγυώνται την τυπική και ουσιαστική προστασία όλων των υπόλοιπων ατομικών δικαιωμάτων από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής, και διασφαλίζουν συλλογικά την ανεμπόδιστη άσκησή τους.
  3. Χωρίς να θίγεται το δικαίωμα της πρώτης παραγράφου, η εφαρμογή της δεύτερης δεν μπορεί να αναιρεθεί ή να περιοριστεί από:
    1. τον αβέβαιο ή μελλοντικό χαρακτήρα των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, ή της έκτασής τους ή
    2. το μέγεθος της συμβολής στην κλιματική αλλαγή των εκπομπών και απορροφήσεων αερίων του θερμοκηπίου που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο.

Άρθρο 10

Υποχρέωση ρυθμιστικής παρέμβασης

  1. H διασφάλιση της σταθερότητας του κλίματος, η αύξηση της ικανότητας προσαρμογής στις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας είναι υποχρεώσεις της Πολιτείας.
  2. Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου, και ιδίως την προστασία του αγαθού της κλιματικής σταθερότητας του άρθρου 8, τη διασφάλιση της συλλογικής άσκησης των δικαιωμάτων του άρθρου 9 και των υποχρεώσεων του παρόντος άρθρου, η Πολιτεία και κάθε δημόσια αρχή είναι υποχρεωμένη να παρεμβαίνει ρυθμιστικά.
  3. Η ρυθμιστική παρέμβαση περιλαμβάνει όλα τα αναγκαία για τους παραπάνω σκοπούς εποπτικά, ρυθμιστικά, προληπτικά και κατασταλτικά, ατομικά και κανονιστικά μέτρα. Με τα μέτρα αυτά, μπορούν ενδεικτικά να θεσπίζονται, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της κλιματικής δικαιότητας, και τις αρχές της αλληλεγγύης και της αναλογικότητας:
    1. διαδικασίες αδειοδότησης (έργων, δραστηριοτήτων και σχεδίων)
    2. φόροι και άλλα οικονομικά βάρη
    3. υποχρεωτικές ή πρότυπες βέλτιστες τεχνολογικές και τεχνικές εφαρμογές
    4. υποχρεωτικές ή πρότυπες διαδικασίες σταδιακής μετάβασης προς μία οικονομία και κοινωνία χαμηλών εκπομπών
    5. οικονομικά κίνητρα
    6. αιρεσιμότητες για δημόσιες και ιδιωτικές επενδύσεις
    7. υποχρεωτικά πρότυπα ποιότητας περιβάλλοντος και όρια εκπομπών
    8. υποχρεωτικοί ή ενδεικτικοί κοινωνικοί, οικονομικοί και περιβαλλοντικοί δείκτες, και όρια φέρουσας ικανότητας
    9. υποχρεωτικοί ή ενδεικτικοί στόχοι μετάβασης σε μία οικονομία χαμηλών εκπομπών, οι οποίοι μπορεί να αναφέρονται σε κλάδους ή κατηγορίες οικονομικής δραστηριότητας, πηγών ή καταβοθρών
    10. μητρώα πηγών και καταβοθρών
    11. χρήσεις γης και πολεοδομικά σταθερότυπα
    12. τεχνικά πρότυπα και προδιαγραφές
    13. διαδικασίες πιστοποίησης
    14. εποπτικές και ελεγκτικές διαδικασίες και μηχανισμοί
    15. φορείς με ειδικές αρμοδιότητες και οποιαδήποτε νομική μορφή
    16. μητρώα κυρώσεων
    17. υποχρεώσεις γνωστοποίησης και υποχρεωτικές ρήτρες στο πλαίσιο ιδιωτικών και δημόσιων συμβάσεων.

Τα μέτρα αυτά λαμβάνονται ιδίως σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις των Μερών Δ “Κλιματικός προϋπολογισμός” και Ε “Μέτρα πολιτικής” του παρόντος νόμου.

Άρθρο 11

Κλιματική δικαιότητα

  1.  Η Πολιτεία και κάθε αρμόδια αρχή εγγυώνται κατά την κατανομή των ωφελημάτων και των βαρών της ενεργειακής μετάβασης, της αύξησης της ικανότητας πρασαρμογής στις δυσμενείς επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και της ενίσχυσης της ανθεκτικότητας:  
    1. την τυπική και ουσιαστική ισότητα
    2. την έλλειψη κάθε διάκρισης εξαιτίας του φύλου, της φυλής ή της εθνοτικής καταγωγής, της θρησκείας ή των πεποιθήσεων, αναπηρίας, της ηλικίας ή του γενετήσιου προσανατολισμού.
  1. Για τους σκοπούς της πρώτης παραγράφου, τα βάρη που απορρέουν από τα παραπάνω μέτρα μπορούν να διαφοροποιούνται ανάλογα με τους αποδέκτες και τις ειδικότερες συνθήκες τους, όπως εκτίθεται στη συνέχεια.
    Ειδικότερα:
    1. για τα φυσικά πρόσωπα και τα νοικοκυριά, ανάλογα με
      1. τα εισοδηματικά κριτήρια,
      2. την ανάγκη διασφάλισης της ισότητας ευκαιριών,
      3. την ανάγκη διασφάλισης της ισότητας πρόσβασης σε βασικές κοινωνικές υποδομές και υπηρεσίες,
      4. τον κίνδυνο έκθεσης στην ανεργία, στην αστεγία, στην φτώχεια, στον κοινωνικό αποκλεισμό, στους παράγοντες υποβάθμισης της δημόσιας υγείας, στην ενεργειακή πενία,
      5. την ανάγκη αποκατάστασης της ουσιαστικής και τυπικής ισότητας των ατόμων ανεξαρτήτως ταυτότητας φύλου, και της αποτροπής και άρσης των διακρίσεων, ιδίως σύμφωνα με τους ορισμούς της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου,
      6. την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος στην πόλη και της αστικής και μη κινητικότητας, ιδίως σύμφωνα με το Νέο Αστικό Θεματολόγιο, όπως εγκρίθηκε στη συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών Habitat III την 20.10.2017 και εκάστοτε ισχύει,
    2. για τους οικονομικούς φορείς και τις επιχειρήσεις, και κατηγορίες πηγών, ανάλογα με:
      1. τις ιστορικές εκπομπές,
      2. τις προβλεπόμενες ή μελλοντικές εκπομπές,
      3. τον χαρακτήρα τους ως μικρομεσαίων ή ως κοινωνικών επιχειρήσεων,
      4. την έκθεσή τους σε κίνδυνο διαρροής άνθρακα,
      5. τις ανάγκες στήριξής τους για την καλύτερη δυνατή ένταξη σε μία οικονομία μηδενικών εκπομπών,
    3. για τις περιφερειακές και τοπικές αρχές, ανάλογα με:
      1. την έκθεσή τους στους κινδύνους της κλιματικής αλλαγής,
      2. το τοπικό ακαθάριστο εθνικό προϊόν,
      3. το σχετικό ποσοστό ανεργίας, τις υγειονομικές ανισότητες ή την ιστορική ή προβλεπόμενη εξέλιξη άλλων τοπικών ή περιφερειακών κοινωνικών δεικτών ευημερίας,
      4. την ανάγκη διαφοροποίησης και ανθεκτικότητας των τοπικών οικονομιών κατά τη μετάβαση σε μία κλιματικά ουδέτερη,
      5. οικονομία και κοινωνία μηδενικών εκπομπών,
      6. τον χαρακτήρα τους ως απόκεντρων, τις ανάγκες φυσικής αναζωογόνησης και αποκατάστασης περιβαλλοντικά υποβαθμισμένων και ρυπασμένων περιοχών εντός της τοπικής αρμοδιότητας των αρχών αυτών,
      7. την άνιση έκθεση περιοχών εντός της τοπικής αρμοδιότητας των αρχών αυτών σε ρυπογόνες δραστηριότητες, και την επακόλουθη ανάγκη διασφάλισης και αποκατάστασης της περιβαλλοντικής δικαιοσύνης.

Άρθρο 12

Διασφάλιση του επιπέδου κοινωνικής προστασίας

  1. Απαγορεύεται η κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου λήψη μέτρων, που θίγουν ασφαλιστικά δικαιώματα και σχέσεις.
  2. Απαγορεύεται η κατ’ εφαρμογή του παρόντος νόμου λήψη μέτρων, που θίγουν, άμεσα ή έμμεσα, εργασιακά δικαιώματα και σχέσεις, όρους εργασίας ή τις διατάξεις για την προστασία της απασχόλησης και των συνθηκών εργασίας.
  3. Κατά παρέκκλιση της δεύτερης παραγράφου, η λήψη μέτρων κατ’ εφαρμογή των μερών Δ “Κλιματικός προϋπολογισμός” και Ε “Μέτρα πολιτικής” του παρόντος νόμου που προκαλούν απώλεια θέσεων εργασίας, ή υποβάθμιση των όρων εργασίας, επιτρέπεται μόνο εφόσον:
    1. διενεργηθεί ανάλυση κοινωνικών επιπτώσεων, η οποία θα καταδείξει πέρα από κάθε εύλογη αμφιβολία ότι δεν υπάρχουν άλλες επιλογές, οι οποίες να διασφαλίζουν τους στόχους των μέτρων με ηπιότερες επιπτώσεις στην απασχόληση, και
    2. όλες οι επηρεαζόμενες θέσεις εργασίας ενταχθούν σε πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης.
      Το πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης έχει το ελάχιστο περιεχόμενο της επόμενης παραγράφου.
  4. Κάθε πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης περιέχει, υποχρεωτικά και κατ’ ελάχιστον, τα παρακάτω διαδικαστικά και ουσιαστικά στοιχεία:
    1. θέσπιση κατόπιν συλλογικής διαπραγμάτευσης,
    2. θέσπιση κατόπιν διαδικασίας συμμετοχής του κοινού κατά το [άρθρο 16],
    3. καθορισμό, βάσει ανάλυσης επιπτώσεων, όλων των επηρεαζόμενων θέσεων εργασίας,
    4. ένταξη των επηρεαζόμενων θέσεων εργασίας σε διαδικασία
      1. πρόωρης συνταξιοδότησης, εθελουσίας εξόδου ή σε άλλη παρόμοια διαδικασία, ή
      2. μεταφοράς του προσωπικού σε άλλη θέση του δημόσιου τομέα, ή του ίδιου ιδιωτικού φορέα, ή
      3. κατάλληλου και επαρκούς προγράμματος μετεκπαίδευσης
      Σε περίπτωση που υπάρχει υποβάθμιση των όρων εργασίας, το πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης προβλέπει κατάλληλη μορφή επιδότησης του μισθολογικού κόστους. Σε όλες τις περιπτώσεις, το πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης εγγυάται ότι το εισόδημα των εργαζόμενων στις επηρεαζόμενες θέσεις θα διατηρηθεί αμετάβλητο για τρία (3) τουλάχιστον έτη.
    5. εφόσον οι επιπτώσεις σε τοπικές οικονομίες είναι σημαντικές, ενισχύσεις και άλλα οικονομικά μέτρα τοπικής εστίασης,
    6. πρόγραμμα παρακολούθησης και ελέγχου των όρων και προϋποθέσεων, και διαδικασία επικαιροποίησης και διόρθωσης,
    7. διαδικασία διοικητικής προσφυγής των εργαζόμενων στις επηρεαζόμενες θέσεις εργασίας για οποιαδήποτε παραβίαση των όρων και προϋποθέσεων του προγράμματος δίκαιης εργασιακής μετάβασης, από οποιαδήποτε δημόσια αρχή ή ιδιωτικό φορέα,
    8. συμμετοχή των εργαζόμενων στις επηρεαζόμενες θέσεις και τωνκοινωνικών εταίρων στη διακυβέρνηση του προγράμματος δίκαιης εργασιακής μετάβασης.
  5. Επηρεαζόμενες θέσεις εργασίας που εντάσσονται στα υψηλότερα μισθολογικά κλιμάκια εξαιρούνται από την εφαρμογή της δεύτερης, τρίτης και τέταρτης παραγράφου, όπως ειδικότερα κάθε πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης ορίζει.

Αρθρο 13

Μέτρα εφαρμογής της κλιματικής δικαιότητας

  1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου, κάθε αρμόδια αρχή διασφαλίζει συνεχώς την προστασία των δικαιωμάτων, και την εκτέλεση των υποχρεώσεων που θεσπίζονται από τα άρθρα 8 έως 12.
  2. Διενεργείται εκτίμηση κοινωνικών επιπτώσεων που περιέχει ανάλυση επιπτώσεων στην ισότητα και στα ατομικά δικαιώματα, η οποία τεκμηριώνει ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι κάθε μέτρο που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή των μερών Γ “Κλιματικός προϋπολογισμός” και Ε “Μέτρα πολιτικής”, συμμορφώνεται τυπικά και ουσιαστικά με τις απαιτήσεις των άρθρων 8 έως 12. Για τον σκοπό αυτό, χρησιμοποιούνται κατάλληλοι δείκτες και άλλες μέθοδοι που ικανοποιούν τις απαιτήσεις της βέλτιστης διαθέσιμης επιστήμης του άρθρου 6.
  3. Κατόπιν διενέργειας εκτίμησης κοινωνικών επιπτώσεων, η οποία περιέχει ανάλυση επιπτώσεων στα κοινωνικά δικαιώματα και τεκμηριώνει ειδικά και εμπεριστατωμένα ότι:
    1. κάθε πρόγραμμα δίκαιης εργασιακής μετάβασης
    2. κάθε άλλο μέτρο που λαμβάνεται κατ’ εφαρμογή των μερών Δ "Κλιματικός προϋπολογισμός" και Ε "Μέτρα πολιτικής", του παρόντος διαπιστώνεται η συμφωνία με τις εφαρμοστέες, ανάλογα με τις ειδικότερες περιστάσεις κάθε μέτρου, διατάξεις
    3. του Συντάγματος, που αφορούν τα κοινωνικά δικαιώματα,
    4. του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, όπως έχει κυρωθεί με τον ν. 4359/2016 (ΦΕΚ Α’ 5), και εκάστοτε ισχύει,
    5. του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, όπως έχει κυρωθεί με τον ν. 1532/1985 (ΦΕΚ Α’ 45) και εκάστοτε ισχύει,
    6. των διεθνών συμβάσεων εργασίας,
    7. του Ευρωπαϊκού Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, όπως διακηρύχθηκε επίσημα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο Gothenburg στις 17.11.2017 και εκάστοτε ισχύει,
    8. των Στόχων Δίκαιης Μετάβασης του ΟΗΕ, όπως έχουν υιοθετηθεί από το Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης της 25ης Σεπτεμβρίου 2015 (Α/RES/70/1).

Αρθρο 14

Ενεργητική δημοσιότητα

  1. Κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία του παρόντος νόμου, διασφαλίζεται η ευρύτερη δυνατή δημοσιότητα, ιδίως σύμφωνα με τις παραγράφους που ακολουθούν.
  2. Κάθε έγγραφο δημόσιας αρχής, του οποίου η σύνταξη προβλέπεται από τον παρόντα νόμο, αναρτάται αμελλητί στο διαδίκτυο με σκοπό τη δημοσιοποίησή του.
  3. Η δεύτερη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε κάθε έγγραφο δημόσιας αρχής, το οποίο συντάσσεται στα πλαίσια της άσκησης οποιωνδήποτε ρυθμιστικών ή εποπτικών αρμοδιοτήτων προβλέπονται από τον παρόντα νόμο,κάθε άλλο έγγραφο στο οποίο παραπέμπουν, για οποιονδήποτε λόγο, τα έγγραφα της πρώτης παραγράφου, και της περίπτωσης (α) της δεύτερης παραγράφου.
  4. Η δεύτερη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης σε κάθε άλλο έγγραφο ιδιωτικού ή δημόσιου φορέα το οποίο, σωρευτικά:
    1. απευθύνεται σε δημόσια αρχή, η οποία ασκεί οποιαδήποτε ρυθμιστική ή εποπτική αρμοδιότητα ορίζεται στον παρόντα νόμο,
    2. αιτείται την άσκηση των παραπάνω αρμοδιοτήτων, ή αφορά, άμεσα ή έμμεσα, την εφαρμογή του παρόντος νόμου. Σε κάθε περίπτωση, το παρόν εδάφιο εφαρμόζεται σε έγγραφα ιδιωτικών φορέων, μέσω των οποίων:
      1. ασκείται το δικαίωμα προηγούμενης ακρόασης, πριν την έκδοση πράξης της οποίας η έκδοση προβλέπεται ειδικά από τον παρόντα νόμο,
      2. εκτελούνται υποχρεώσεις ή ασκούνται άλλα δικαιώματα που ρυθμίζονται, εν όλω ή εν μέρει, από τον παρόντα νόμο.
  5. H δεύτερη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης στα πρακτικά συνεδριάσεων των δημόσιων αρχών που θεσπίζονται ειδικά από τον παρόντα νόμο.
  6. Για τη διευκόλυνση του κοινού, η δεύτερη παράγραφος εφαρμόζεται επίσης στο ηλεκτρονικό πρωτόκολλο κάθε αρμόδιας αρχής, η οποία ασκεί αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα νόμο.
  7. Οι αρμόδιες αρχές για την εφαρμογή του παρόντος νόμου δεν μπορούν να λαμβάνουν υπόψη έγγραφα των οποίων η ανάρτηση δεν έχει ολοκληρωθεί κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου.
  8. Οι προηγούμενες παράγραφοι δεν εφαρμόζονται σε έγγραφα που αφορούν την άσκηση της δικαστικής λειτουργίας ή έρευνα ποινικού χαρακτήρα, εκτός αν συνίστανται σε τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις.
  9. Κατά παρέκκλιση της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης παραγράφου, δεν είναι υποχρεωτική η ανάρτηση εγγράφων που έχουν προηγουμένως αναρτηθεί σε άλλους ιδιωτικούς ή δημόσιους, εθνικούς ή μη ιστοχώρους, εφόσον οι τελευταίοι ικανοποιούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις ενεργητικής δημοσιότητας που ορίζονται στο Παράρτημα του παρόντος άρθρου με τίτλο “Ελάχιστες απαιτήσεις ενεργητικής δημοσιότητας”.
  10. Κατά παρέκκλιση της δεύτερης, τρίτης, τέταρτης και πέμπτης παραγράφου, δεν αναρτώνται επιστημονικές δημοσιεύσεις σε συνδρομητικά περιοδικά. Στην περίπτωση επιστημονικών δημοσιεύσεων που βασίζονται σε έρευνα η οποία έχει χρηματοδοτηθεί, εν όλω ή εν μέρει, από δημόσιους πόρους θα πρέπει να αναρτάται η περίληψη και τα βασικά συμπεράσματα.
  11. Κατά παρέκκλιση των πρώτων πέντε παραγράφων, δεν δημοσιοποιούνται πληροφορίες που επηρεάζουν αρνητικά τα συµφέροντα προστασίας προσώπου το οποίο έχει δώσει τις αιτούµενες πληροφορίες εθελουσίως χωρίς να του επιβάλλεται ή να είναι δυνατό να του επιβληθεί νοµική υποχρέωση. Για την προστασία των πληροφοριοδοτών δημοσίου συμφέροντος, που αναφέρουν παραβιάσεις του παρόντος νόμου, εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις που ενσωματώνουν την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937 σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΡΘΡΟΥ 14

Ελάχιστες απαιτήσεις ενεργητικής δημοσιότητας

  1. Η ενεργητική δημοσιότητα σύμφωνα με τρεις πρώτες παραγράφους του άρθρου 14 διενεργείται με τη χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών, και ανάρτηση σε ειδικό ηλεκτρονικό μητρώο, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος νόμου.
  2. Υπεύθυνη για την ανάρτηση είναι η δημόσια αρχή η οποία συντάσσει, αποδέχεται ή κατέχει το έγγραφο, σύμφωνα με τις ειδικότερες διακρίσεις των τριών πρώτων παραγράφων του άρθρου 14. Η ίδια αρχή είναι διαρκώς υπεύθυνη για την πληρότητα και την ακρίβεια του μητρώου, και διορθώνει αμελλητί, με δική της πρωτοβουλία ή κατόπιν αιτήσεως οποιουδήποτε, ελλείψεις και ανακρίβειες.
  3. Η πρόσβαση στο ηλεκτρονικό μητρώο της πρώτης παραγράφου του Παραρτήματος αυτού ικανοποιεί τις εξής ελάχιστες απαιτήσεις:
    1. γίνεται ατελώς
    2. είναι αδιαλείπτως διαθέσιμη
    3. δεν απαιτεί επίκληση έννομου συμφέροντος
    4. δεν απαιτεί αυθεντικοποίηση ή παροχή διαπιστευτηρίων εκ μέρους του κοινού.

Άρθρο 15

Παθητική δημοσιότητα και σχέση των διατάξεων για τη δημοσιότητα με άλλες διατάξεις

  1. Για τα έγγραφα που υπάγονται στο άρθρο 14 δεν ισχύει η δυνατότητα άρνησης από την αρμόδια διοικητική αρχή χορήγησης στο ενδιαφέρομενο κοινό εγγράφων που αφορούν συζητήσεις του υπουργικού συμβουλίου, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας.
  2. Για κάθε άλλο θέμα που δεν ρυθμίζεται ρητά στον παρόντα νόμο, οι διατάξεις που ρυθμίζουν την πρόσβαση του κοινού στις περιβαλλοντικές πληροφορίες, όπως έχουν θεσπιστεί κατ’ εφαρμογή της οδηγίας 2003/4/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πρόσβαση του κοινού σε περιβαλλοντικές πληροφορίες και της Σύμβασης για την πρόσβαση σε πληροφορίες, τη συμμετοχή του κοινού στη λήψη αποφάσεων και την πρόσβαση στη δικαιοσύνη για περιβαλλοντικά θέματα όπως η τελευταία έχει κυρωθεί με τον ν. 3422/2005 (ΦΕΚ Α’ 303), εξακολουθούν να ισχύουν, με την επιφύλαξη των τριών παραγράφων που ακολουθούν.
  3. Για τις ανάγκες ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου, η δημοσιοποίηση κάθε εγγράφου που εμπίπτει στο άρθρο 14 του παρόντος νόμου:
    1. δεν επηρεάζει αρνητικά τον εμπιστευτικό χαρακτήρα των διαδικασιών δημόσιων αρχών, οι οποίες ασκούν αρμοδιότητες που ορίζονται στον παρόντα νόμο,
    2. δεν επηρεάζει αρνητικά τις διεθνείς σχέσεις, τη δημόσια ασφάλεια και την εθνική άμυνα, και
    3. εξυπηρετεί εντόνως το δημόσιο συμφέρον.
  1. Για τις ανάγκες ερμηνείας και εφαρμογής των διατάξεων της δεύτερης παραγράφου του παρόντος άρθρου, τα έγγραφα του υπάγονται στο άρθρο 14 περιέχουν πληροφορίες που αφορούν εκπομπές στο περιβάλλον.
  2. Δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας δεν μπορούν να αντιταχθούν στη δημοσιοποίηση των εγγράφων που υπάγονται στο άρθρο 14.
  3. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, ειδικότερες διατάξεις που αφορούν την ανάρτηση στο διαδίκτυο ή τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημόσιων και ιδιωτικών εγγράφων και νομικών πράξεων εξακολουθούν να ισχύουν.
  4. Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στον παρόντα νόμο, ως προς τα έγγραφα που εμπίπτουν στο άρθρο 14, εξακολουθούν να ισχύουν οι εθνικές διατάξεις:
    1. για τα ηλεκτρονικά δημόσια έγγραφα
    2. τα ανοιχτά δεδομένα
    3. τα γεωχωρικά δεδομένα.

Άρθρο 16

Συμμετοχή του ενδιαφερόμενου κοινού

  1. Κατά την εφαρμογή του παρόντος νόμου, διασφαλίζεται η ευρύτερη δυνατή διαβούλευση με το ενδιαφερόμενο κοινό. Σε κάθε περίπτωση, διασφαλίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις που ακολουθούν η ευκαιρία έγκαιρης και ουσιαστικής συμμετοχής σε κάθε διοικούμενο που επηρεάζεται, και ιδίως:
    1. των κατοίκων απόμακρων περιοχών,
    2. των κατοίκων περιοχών που επηρεάζονται ιδιαίτερα από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής,
    3. των κατοίκων περιοχών που επηρεάζονται ιδιαίτερα από τις πράξεις που τίθενται σε δημόσια διαβούλευση,
    4. των κοινωνικών εταίρων,
    5. των επαγγελματικών φορέων,
    6. κοινωνικών ομάδων που είναι εκτεθειμένες σε κίνδυνο κοινωνικού αποκλεισμού, άνισης μεταχείρισης ή υφίστανται ή έχουν υποστεί διακρίσεις.
  1. Κάθε εκτελεστή πράξη, με την οποία ασκούνται ρυθμιστικές ή εποπτικές αρμοδιότητες για την επιδίωξη των σκοπών του παρόντος νόμου, εκδίδεται υποχρεωτικά κατόπιν διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης, σύμφωνα με τις παραγράφους που ακολουθούν.
  2. Η υποχρέωση της δεύτερης παραγράφου εφαρμόζεται ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό της πράξης ως ατομικής, κανονιστικής ή γενικής εφαρμογής.
  3. Σε διαδικασία αυτοτελούς δημόσιας διαβούλευσης υπάγονται επίσης:
    1. οι εισηγήσεις και προτάσεις της Κλιματικής Αρχής όπως προβλέπονται στο άρθρο 39 παρ.1,
    2. η γνωμοδότηση του Φόρουμ Διαρκούς κοινωνικής Διαβούλευσης που προβλέπεται από το άρθρο 43,
    3. κάθε πράξη διορισμού μελών με διοικητικές αρμοδιότητες σε οποιαδήποτε δημόσια αρχή συνίσταται από τον παρόντα νόμο για την εφαρμογή του,
    4. κάθε σημαντική έκθεση ή μελέτη, η οποία, σωρευτικά:
      1. συντάσσεται στα πλαίσια της άσκησης των αρμοδιοτήτων που θεσπίζει ο παρών νόμος,
      2. αφορά, εν όλω ή εν μέρει, τις επελθούσες ή μελλοντικές επιπτώσεις της εφαρμογής του στους στόχους του άρθρου 1.
    5. κάθε πράξη, με την οποία διοικητική αρχή ερμηνεύει ή παρέχει οδηγίες για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, ανεξάρτητα από τον ειδικότερο χαρακτηρισμό που της προσδίδεται.

Η υπαγωγή των πράξεων των παραπάνω περιπτώσεων σε διαδικασία διαβούλευσης από κοινού με άλλες πράξεις δεν ικανοποιεί την υποχρέωση του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου.

  1. Κάθε άλλη πράξη, που δεν περιλαμβάνεται στις παραπάνω παραγράφους και εκδίδεται από αρχή που ασκεί οποιαδήποτε αρμοδιότητα σύμφωνα με τον παρόντα νόμο, μπορεί επίσης να υπάγεται σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης, εφόσον αυτό κριθεί απαραίτητο από την ίδια. Στην περίπτωση αυτή, η αρχή έκδοσης καθορίζει το εύρος και τα ερωτήματα της δημόσιας διαβούλευσης.
  2. Κατά παρέκκλιση των παραπάνω παραγράφων, δεν υπάγονται οπωσδήποτε σε διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης πράξεις που εκδίδονται κατά τη διαδικασία επιβολής διοικητικών κυρώσεων σε φορείς οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι πράξεις αυτές υπάγονται στις απαιτήσεις ενεργητικής δημοσιοποίησης του άρθρου 14.
  3. Η διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης διεξάγεται σύμφωνα με τις ισχύουσες για κάθε πράξη διατάξεις, και ιδίως σύμφωνα με τις διατάξεις που αφορούν την περιβαλλοντική αδειοδότηση, και τη Στρατηγική Περιβαλλοντική Εκτίμηση, όπως εκάστοτε ισχύουν. Σε κάθε περίπτωση, και ιδίως στις περιπτώσεις που οι ισχύουσες διατάξεις για κάποια πράξη των τεσσάρων πρώτων παραγράφων δεν προβλέπουν διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης, εφαρμόζεται το Παράρτημα στο παρόν άρθρο με τίτλο “Ελάχιστες απαιτήσεις συμμετοχής του ενδιαφερόμενου κοινού”.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΑΡΘΡΟΥ 16

Ελάχιστες απαιτήσεις συμμετοχής του ενδιαφερόμενου κοινού

  1. Σε κάθε περίπτωση, η αρχή εκπόνησης διαφέρει από την αρχή διαβούλευσης. Εφόσον η αρχή διαβούλευσης δεν ορίζεται στον παρόντα νόμο ή σε άλλες ισχύουσες διατάξεις, αρχή διαβούλευσης είναι το Φόρουμ Διαρκούς Κοινωνικής Διαβούλευσης.
  2. H διαδικασία συμμετοχής του κοινού αρχίζει με την ανάρτηση από την αρχή εκπόνησης σε ειδικό ιστοχώρο:
    1. του προσχεδίου της πράξης για την οποία διενεργείται η δημόσια διαβούλευση και
    2. των κυριότερων εγγράφων που ελήφθησαν υπόψη για την εκπόνηση του προσχεδίου.

Ο ιστοχώρος της παρούσας παραγράφου συμμορφώνεται με τις απαιτήσεις του Παραρτήματος του άρθρου 14 του παρόντος με τίτλο “Ελάχιστες απαιτήσεις ενεργητικής δημοσιότητας”.

Εφόσον η ανάρτηση έχει ολοκληρωθεί, η αρχή εκπόνησης εκδίδει ηλεκτρονική ανακοίνωση, στην οποία προσδιορίζει ρητά την ημερομηνία έναρξης και λήξης της δημόσιας διαβούλευσης. Η ημερομηνία έναρξης της δημόσιας διαβούλευσης δεν μπορεί να απέχει λιγότερο από πέντε (5) ημέρες από την ημερομηνία της πραγματικής επιγραμμικής ανάρτησης.

  1. Σε κάθε περίπτωση, η προθεσμία της δεύτερης παραγράφου οφείλει να είναι επαρκής. Για τον προσδιορισμό της, η αρχή εκπόνησης λαμβάνει ιδίως υπόψη:
    1. τον όγκο και την πολυπλοκότητα των εγγράφων που έχουν αναρτηθεί κατά της δεύτερη παράγραφο, και
    2. τη διάρκεια, τις επιπτώσεις και τους αποδέκτες των πράξεων που τίθενται σε δημόσια διαβούλευση
    3. την υποχρέωση διεξαγωγής μίας ευρείας και ουσιαστικής διαβούλευσης, σύμφωνα ιδίως με τις απαιτήσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου 16.

Λαμβάνοντας υπόψη τα κριτήρια και τις απαιτήσεις της παρούσας παραγράφου, η αρχή εκπόνησης προσδιορίζει κατά τη δεύτερη παράγραφο τη διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης. Η διάρκεια αυτή είναι τουλάχιστον εξήντα ημερολογιακές (60) ημέρες. H ημερομηνία του προηγούμενου εδαφίου είναι ενδεικτική.

  1. Όλα τα σχόλια υποβάλλονται ηλεκτρονικά και δημοσιοποιούνται υποχρεωτικά στον ιστοχώρο της δεύτερης παραγράφου.
  2. Όλα τα σχόλια είναι επώνυμα. Η υποβολή σχολίων εκ μέρους ομάδων πολιτών χωρίς νομική προσωπικότητα επιτρέπεται μέσω άτυπου εκπροσώπου που ορίζεται από τις ομάδες αυτές.
  3. Όλα τα σχόλια λαμβάνονται υπόψη κατά την εκπόνηση της οριστικής πράξης. Κατ΄ εξαίρεση, δεν λαμβάνονται υπόψη σχόλια που:
    1. είναι εμφανώς καταχρηστικά,
    2. είναι παντελώς ατεκμηρίωτα,
    3. είναι άσχετα με το θέμα της διαβούλευσης.
  1. Μετά το πέρας της προθεσμίας, η αρχή διαβούλευσης εκπονεί έκθεση διαβούλευσης, η οποία περιλαμβάνει:
    1. παραπομπή στα σχόλια που η αρχή διαβούλευσης θεωρεί ότι πρέπει να γίνουν δεκτά, να απορριφθούν, ή να μην ληφθούν υπόψη κατά την έκτη παράγραφο,
    2. την αιτιολογία, βάσει της οποίας η αρχή διαβούλευσης θεωρεί ότι ορισμένα σχόλια πρέπει να γίνουν δεκτά ή να απορριφθούν,
    3. απλή γνώμη, σχετικά με τις αλλαγές που πρέπει να γίνουν στο προσχέδιο της πράξης με βάση τα σχόλια που έγιναν δεκτά από την αρχή διαβούλευσης.

Για τις ανάγκες των περιπτώσεων (β) και (γ), τα σχόλια μπορούν να ομαδοποιούνται.

  1. Τα σχόλια που λαμβάνονται υπόψη κατά την έκτη παράγραφο συνιστούν απλές γνώμες. Η τυχόν απόρριψη τους απαιτεί ειδική αιτιολογία, η οποία καταγράφεται στην έκθεση της έβδομης παραγράφου, ή σε άλλα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η οριστική πράξη.
  2. Η αιτιολογία της τυχόν απόρριψης της απλής γνώμης της περίπτωσης (γ) της έβδομης παραγράφου απαιτεί ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η οποία καταγράφεται είτε στην τελικη πράξη ή είτε σε άλλα έγγραφα στα οποία αναφέρεται η πράξη αυτή.
  3. Λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της διαβούλευσης, η αρχή διαβούλευσης μπορεί να απευθύνει ειδική πρόσκληση για υποβολή σχολίων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, με ιδιαίτερη εμπειρία, δράση ή τεχνογνωσία στο αντικείμενο της διαβούλευσης. Ενδεικτικά, αυτά μπορεί να είναι:
    1. πανεπιστημιακά ιδρύματα και σχολές ή ερευνητικά κέντρα,
    2. ειδικοί επιστήμονες,
    3. οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης,
    4. συνδικαλιστικές ενώσεις,
    5. επαγγελματικές ενώσεις,
    6. πολίτες ή ενώσεις πολιτών με ή χωρίς νομική προσωπικότητα,
    7. μη κυβερνητικές οργανώσεις.
  1. Λαμβάνοντας υπόψη το αντικείμενο της διαβούλευσης, η αρχή διαβούλευσης μπορεί να συμπληρώνει τη διαδικασία των παραπάνω παραγράφων με
    1. δημόσιες συζητήσεις,
    2. τοπικές εκδηλώσεις σε περιοχές που επηρεάζονται ιδιαίτερα από την πράξη.

Για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου, η αρχή διαβούλευσης χρησιμοποιεί και δωρεάν διαθέσιμα μέσω διαδικτύου ηλεκτρονικά μέσα.

Άρθρο 17

Πρόσβαση στη δικαιοσύνη

  1. Κατά την εφαρμογή και την ερμηνεία του παρόντος νόμου, διασφαλίζεται η μέγιστη δυνατή πρόσβαση κάθε διοικούμενου στη δικαιοσύνη.
  2. Καθένας που επικαλείται παράβαση των δικαιωμάτων που θεσπίζονται με αυτόν τον νόμο από οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη δημόσιου ή ιδιωτικού φορέα έχει δικαίωμα να προσφύγει στα δικαστήρια.
  3. Καθένας μπορεί να εγείρει αξίωση άρσης και παράλειψης της προσβολής του κοινού αγαθού του άρθρου 8, η οποία προέρχεται από υλικές ενέργειες οποιουδήποτε κατά παράβαση του παρόντος νόμου.
  4. Το έννομο συμφέρον για την άσκηση ένδικων βοηθημάτων σχετικά με πράξεις ή παραλείψεις κατά παράβαση του παρόντος νόμου δεν επηρεάζεται από:
    1. την κατοικία του φυσικού, ή την έδρα του νομικού προσώπου, ή
    2. τον αβέβαιο ή μελλοντικό χαρακτήρα των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής
    3. το μέγεθος της συμβολής στην κλιματική αλλαγή των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου που ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο.
  5. Κάθε νομικό πρόσωπο φέρει προσωπικό έννομο συμφέρον για την άσκηση ενδίκων βοηθημάτων κατά των πράξεων, η έκδοση των οποίων προβλέπεται από τα μέρη Δ “Κλιματικός προϋπολογισμός” και Ε “Μέτρα πολιτικής” ή της παράλειψης έκδοσής τους, εφόσον ο επιδιωκόμενος σκοπός τους επηρεάζεται, έστω και έμμεσα, από τις πράξεις ή παραλείψεις αυτές.
    1. Η περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου συντρέχει ιδίως όταν η πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού του νομικού προσώπου επηρεάζεται από τις συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.
  6. Κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεων ακύρωσης κατά
    1. της πράξης υπουργικού συμβουλίου με την οποία εγκρίνεται το ΕΣΕΚ κατά την πέμπτη παράγραφο του άρθρου 24 του παρόντος νόμου,
    2. της έγκρισης της Εθνικής Στρατηγικής για την Προσαρμογή του άρθρου 31 από την ανεξάρτητη Κλιματική Αρχή του άρθρου 41.

Η άπρακτη παρέλευση των προθεσμιών που θέτει ο παρών νόμος για την έκδοση των πράξεων που προβλέπονται από τα μέρη Δ “Κλιματικός προϋπολογισμός” και Ε “Μέτρα πολιτικής”, συνιστά άνευ ετέρου σιωπηρή αρνητική πράξη, η οποία είναι αυτοτελώς προσβλητή με αίτηση ακύρωσης δίχως καμία άλλη προϋπόθεση.

  1. Κάθε πράξη ή παράλειψη που αφορά την συμμετοχή του κοινού κατά το άρθρο 16 του παρόντος ή την ενεργητική και παθητική δημοσιοποίηση κατά τα άρθρα 14 και 15 του παρόντος είναι αυτοτελώς προσβλητή με αίτηση ακύρωσης.
  2. Για κάθε άλλο θέμα που δεν ρυθμίζεται ρητά από το παρόν άρθρο, ισχύουν οι κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 18

Προστασία προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του περιβαλλοντικού δικαίου

  1. Οι παράγραφοι που ακολουθούν θεσπίζουν τις ελάχιστες υποχρεωτικές απαιτήσεις προστασίας των προσώπων που αναφέρουν ή δημοσιοποιούν παραβιάσεις του περιβαλλοντικού δικαίου, ιδίως με σκοπό την επίτευξη των στόχων των άρθρων 1 και 2, την τυπική και ουσιαστική προστασία των δικαιωμάτων των άρθρων 9 - 17, την αποτελεσματική εφαρμογή της Συμφωνίας των Παρισίων στη Σύμβαση - Πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών για την κλιματική αλλαγή, όπως έχει κυρωθεί με τον ν. 4426/2016 και ισχύει, και την προστασία του δημόσιου συμφέροντος.
  2. Για κάθε θέμα που δεν ρυθμίζεται ρητά από το παρόν άρθρο, εφαρμόζονται οι εθνικές διατάξεις για την ενσωμάτωση της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937 σχετικά με την προστασία των προσώπων που αναφέρουν παραβιάσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το πεδίο εφαρμογής των εθνικών αυτών διατάξεων περιλαμβάνει σε κάθε περίπτωση και τις παραβάσεις της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου.
  3. Το παρόν άρθρο εφαρμόζεται σε κάθε πρόσωπο που αναφέρει στον εξωτερικό δίαυλο αναφοράς ή δημοσιοποιεί πληροφορίες στο κοινό σχετικά με παραβιάσεις, οι οποίες σωρευτικά ικανοποιούν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
    1. Οι πληροφορίες εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου, των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του, ή άλλων ρυθμίσεων με συναφές πεδίο εφαρμογής.
    2. Το αναφέρον πρόσωπο έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες σχετικά με παραβιάσεις που ανέφεραν ή αποκάλυψαν δημόσια ήταν αληθείς κατά τον χρόνο της αναφοράς ή της δημοσιοποίησης.
    3. Οι πληροφορίες προέρχονται από τον οργανισμό στον οποίο εργάζεται ή έχει εργαστεί το αναφέρον πρόσωπο, ή σε άλλους οργανισμούς με τους οποίους το αναφέρον πρόσωπο είχε επαφή μέσω της εργασίας του. Στην παρούσα περίπτωση, περιλαμβάνονται οργανισμοί του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, και οργανισμοί που δημιουργούνται ή ασκούν αρμοδιότητες σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
  1. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις τρίτης παραγράφου, στις πληροφορίες της τρίτης παραγράφου που αναφέρονται ή δημοσιοποιούνται περιλαμβάνονται επίσης:
    1. εύλογες υπόνοιες,
    2. πληροφορίες ή εύλογες υπόνοιες για απόπειρες απόκρυψης παραβιάσεων, καθώς και για επικείμενες ή δυνητικές παραβιάσεις.
  1. Στα πρόσωπα της τρίτης παραγράφου περιλαμβάνονται επίσης:
    1. νομικά πρόσωπα, και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα,
    2. φυσικά ή νομικά πρόσωπα, και ενώσεις προσώπων χωρίς νομική προσωπικότητα, που ανέφεραν ή δημοσιοποίησαν πληροφορίες σχετικά με τις παραβιάσεις αυτές ανωνύμως, αλλά τα οποία στη συνέχεια ταυτοποιήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο.
  1. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των προηγούμενων παραγράφων, τα αναφέροντα πρόσωπα της τρίτης, τέταρτης και πέμπτης παραγράφου απολαμβάνουν της προστασίας του κεφαλαίου V της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937. Δεν θίγονται μέτρα προστασίας, μέτρα προστασίας έναντι αντιποίνων, απαγορεύσεις αντιποίνων και μέτρα στήριξης των αναφερόντων προσώπων, που είναι ευνοϊκότερα για τα αναφέροντα πρόσωπα και θεσπίζονται με το παρόν άρθρο. Σε κάθε περίπτωση:
    1. η αναφορά ή η δημοσιοποίηση των πληροφοριών σύμφωνα με τους ορισμούς του παρόντος άρθρου δεν θεωρείται ότι παραβιάζει κανένα κανόνα δικαίου ή εσωτερικό κώδικα του οργανισμού και
    2. τα αναφέροντα πρόσωπα δεν υπέχουν καμία απολύτως ευθύνη, πειθαρχική, αστική, διοικητική ή ποινική, σε σχέση με την αναφορά ή δημοσιοποίηση.

Στην παρούσα παράγραφο εμπίπτουν ενδεικτικά οι κανόνες που διέπουν την απλή και την συκοφαντική δυσφήμιση, την προσβολή των δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, την παραβίαση της υποχρέωσης τήρησης του απορρήτου και της εμπιστευτικότητας, την παραβίαση των κανόνων για την προστασία προσωπικών δεδομένων, αποκάλυψη εμπορικού απορρήτου, και κάθε είδους αιτήσεις αποζημίωσης βάσει του ιδιωτικού, του δημόσιου ή του εργατικού δικαίου.

  1. Τα μέτρα της έκτης παραγράφου εφαρμόζονται επίσης σε:
    1. διαμεσολαβητές,
    2. τρίτα πρόσωπα που συνδέονται με τα αναφέροντα πρόσωπα, και που θα μπορούσαν να υποστούν αντίποινα σε εργασιακό πλαίσιο, όπως ιδίως συνάδελφοι ή συγγενείς των αναφερόντων,
    3. νομικές οντότητες τις οποίες οι αναφέροντες έχουν στην ιδιοκτησία τους, για τις οποίες εργάζονται ή συνδέονται με άλλο τρόπο με εργασιακή σχέση.
  1. Η εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν προϋποθέτει την προηγούμενη υποβολή της αναφοράς σε εσωτερικό δίαυλο αναφοράς, όπως ο τελευταίος προβλέπεται από την οδηγία (ΕΕ) 2019/1937, τις εθνικές διατάξεις ενσωμάτωσης της τελευταίας, ή οποιαδήποτε άλλη διάταξη. Επίσης, δεν προϋποθέτει τη χρησιμοποίηση του εξωτερικού διαύλου αναφοράς, που ορίζεται με την επόμενη παράγραφο, πριν τη δημοσιοποίηση των πληροφοριών στο κοινό.
  2. Για τις ανάγκες εφαρμογής του παρόντος άρθρου, ως διαχειριστής του εξωτερικού διαύλου αναφοράς ορίζεται η Αρχή Οργάνωσης Εποπτείας και Συντονισμού για το πεδίο προστασίας του περιβάλλοντος του άρθρου 124 ν. 4759/2020. Ο εξωτερικός δίαυλος αναφοράς θεσπίζεται βάσει των κείμενων εξουσιοδοτικών διατάξεων εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης του παρόντος νόμων, και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της μεθοδολογίας σχεδιασμού των ενεργειών εποπτείας στο πεδίο προστασίας του περιβάλλοντος, του εθνικού σχεδίου περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων, της μεθοδολογίας προγραμματισμού περιβαλλοντικών επιθεωρήσεων και του συστήματος διαχείρισης περιβαλλοντικών καταγγελιών, που προβλέπεται στο άρθρο 124 ν. 4759/2020. Ο εξωτερικός δίαυλος αναφοράς ικανοποιεί τις απαιτήσεις της εντεκάτης παραγράφου.
  3. Εντός ενός (1) μηνός από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, και μέχρι την θέσπιση του οριστικού εξωτερικού διαύλου αναφοράς, τίθενται σε λειτουργία προσωρινός εξωτερικός δίαυλος αναφοράς. Κατ’ ελάχιστον, ο προσωρινός εξωτερικός δίαυλος αναφοράς περιλαμβάνει ειδικό λογαριασμό ηλεκτρονικής αλληλογραφίας για την υποβολή των αναφορών, ο οποίος δημοσιεύεται και καθίσταται προσπελάσιμος σε περίοπτη θέση του ιστοτόπου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
  4. Ο οριστικός και ο προσωρινός εξωτερικός δίαυλος αναφοράς ικανοποιούν τις ελάχιστες απαιτήσεις που ακολουθούν:
    1. Ο διαχειριστής του εξωτερικού διαύλου αναφοράς δεν αποκαλύπτει την ταυτότητα του αναφέροντος για κανένα λόγο. Κατ’ εξαίρεση, η ταυτότητα του αναφέροντος προσώπου αποκαλύπτεται αποκλειστικά και μόνο σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της αρχής της ενάτης παραγράφου, και μόνο εφόσον, σύμφωνα με τους κανόνες που διέπουν τον εξωτερικό δίαυλο αναφοράς, οι υπάλληλοι αυτοί είναι εξουσιοδοτημένοι με την υποδοχή, παρακολούθηση ή διαχείριση αναφορών χωρίς την ρητή συγκατάθεση του αναφέροντα.
    2. Η υποχρέωση προστασίας της εμπιστευτικότητας του στοιχείου α. ισχύει και απέναντι στις υπόλοιπες υπηρεσιακές μονάδες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και των άλλων υπουργείων. Ο διαχειριστής του εξωτερικού διαύλου αναφοράς είναι επαρκώς διαχωρισμένος από τις υπόλοιπες λειτουργίες της Αρχής της ενάτης παραγράφου.
    3. Ο εξωτερικός δίαυλος βεβαιώνει αμελλητί, και σε κάθε περίπτωση εντός επτά (7) ημερών από την παραλαβή της αναφοράς, την παραλαβή, εκτός αν ζητηθεί ρητά κάτι διαφορετικό από τον αναφέροντα ή αν η αρμόδια αρχή πιστεύει ευλόγως ότι η χορήγηση βεβαίωσης αναφοράς θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την προστασία της ταυτότητας του αναφέροντος.
    4. Ο εξωτερικός δίαυλος αναφοράς διασφαλίζει:
      1. τη δυνατότητα υποβολής ανώνυμων αναφορών,
      2. τη συνεχή και στενή παρακολούθηση των αναφορών,
      3. τη διαβίβαση της αναφοράς και κάθε άλλου σχετικού εγγράφου εντός δεσμευτικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, σε κάθε συναρμόδια διοικητική αρχή, με εντολή για την διεξαγωγή των ερευνών και των ελέγχων που είναι κατάλληλοι για την διερεύνηση του αντικειμένου της αναφοράς και, εφόσον απαιτείται, επιβολή κυρώσεων,
      4. τη διαβίβαση της αναφοράς και κάθε άλλου σχετικού εγγράφου στις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές, εφόσον προκύπτουν ενδείξεις τέλεσης αδικημάτων,
      5. τη διαβίβαση της αναφοράς και κάθε άλλου σχετικού εγγράφου στις αρμόδιες αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης εφόσον προκύπτουν ενδείξεις παραβίασης διατάξεων της Ενωσιακής νομοθεσίας.
    5. Ο εξωτερικός δίαυλος αναφοράς ενημερώνει τον αναφέροντα για την πορεία της αναφοράς κατόπιν ηλεκτρονικού αιτήματος του τελευταίου εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, το οποίο δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες.
    6. Ο εξωτερικός δίαυλος αναφοράς κοινοποιεί στον αναφέροντα το τελικό αποτέλεσμα ερευνών που κινήθηκαν από την αναφορά.
    7. Ο εξωτερικός δίαυλος αναφοράς τηρεί πλήρες αρχείο των αναφορών.
  1. Εντός ενενήντα (90) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, η αρχή της ενάτης παραγράφου πλαισιώνεται με τους απαραίτητους πόρους για την έγκαιρη και άρτια εκτέλεση των αρμοδιοτήτων του παρόντος άρθρου.
  2. Ο Συνήγορος του Πολίτη παρέχει στα αναφέροντα πρόσωπα τα μέτρα στήριξης του άρθρου 22 της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937.
  3. Φυσικά ή νομικά πρόσωπα, που με οποιαδήποτε ιδιότητα:
    1. παρεμποδίζουν ή αποπειρώνται να παρεμποδίσουν την υποβολή αναφοράς,
    2. προβαίνουν σε αντίποινα, με την έννοια της οδηγίας (ΕΕ) 2019/1937, σε βάρος αναφερόντων προσώπων,
    3. προβαίνουν σε καταχρηστική άσκηση δικαιωμάτων δικαστικής προστασίας κατά αναφερόντων προσώπων,
    4. παραβιάζουν την υποχρέωση τήρησης του εμπιστευτικού χαρακτήρα της ταυτότητας των αναφέροντων προσώπων, στο μέτρο που καθιερώνεται από το παρόν άρθρο,

υπέχουν υποχρέωση αποζημίωσης των αναφερόντων για κάθε σχετική ζημία. Πράξεις ή παραλείψεις που παραβιάζουν την παρούσα παράγραφο τιμωρούνται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή τουλάχιστον 15.000 ευρώ.

Γ. Ενωσιακό δίκαιο

Άρθρο 19

Σχέση με το Σύστημα Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπών

  1. Ο παρών νόμος δεν θίγει τις εθνικές ρυθμίσεις που αφορούν δικαιώματα εκπομπής.
  2. Η κατοχή δικαιωμάτων εκπομπής δεν απαλλάσσει τον κάτοχό τους από τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου.
  3. Η λειτουργία του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής δεν δικαιολογεί παρέκκλιση από τις απαιτήσεις του παρόντος νόμου.
  4. Κάθε αρμόδια αρχή διασφαλίζει την εναρμόνιση του παρόντος νόμου με την λειτουργία του Συστήματος Εμπορίας Δικαιωμάτων Εκπομπής. Για τον σκοπό αυτό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενδεικτικά:
    1. ο περιορισμός της δωρεάν κατανομής,
    2. η ακύρωση δικαιωμάτων.
  5. Το σύνολο των εσόδων από τους πλειστηριασμούς των δικαιωμάτων εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου διατίθεται για την χρηματοδότηση, έργων, μέτρων και δράσεων αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και δίκαιης μετάβασης στην κλιματική ουδετερότητα.

Άρθρο 20

Ελάχιστη συνεισφορά της Ελλάδας στην επίτευξη του ευρωπαϊκού κλιματικού στόχου 2030

  1. Ο παρών νόμος δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες επιδιώκεται η ενσωμάτωση ή η συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/842 της 30ής Μαΐου 2018 σχετικά με τις δεσμευτικές ετήσιες μειώσεις των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου από τα κράτη μέλη από το 2021 έως το 2030.
  2. Η συμμόρφωση με τα εθνικά επίπεδα εκπομπών που ορίζονται κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/842 δεν δικαιολογεί παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
  3. Κάθε αρμόδια αρχή διασφαλίζει την εναρμόνιση του παρόντος νόμου με τις απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΕ) 2018/842. Για τον σκοπό αυτό, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ενδεικτικά:
    1. η θέσπιση αυστηρότερων εθνικών στόχων, από αυτούς του άρθρου 4,
    2. η μη χρήση των δυνατοτήτων ευελιξίας των άρθρων 5 έως 7, και του αποθεματικού ασφάλειας του άρθρου 11 του παραπάνω Κανονισμού, όπως εκάστοτε ισχύουν.

Άρθρο 21

Εκπομπές και απορροφήσεις αερίων θερμοκηπίου από δραστηριότητες χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας

  1. Κάθε αρμόδια αρχή για την εφαρμογή και την ερμηνεία του παρόντος νόμου προσπαθεί να ελαχιστοποιήσει τις εκπομπές, και να μεγιστοποιήσει τις απορροφήσεις από τις δραστηριότητες χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας.
  2. Ο παρών νόμος δεν θίγει τις εθνικές διατάξεις με τις οποίες επιδιώκεται η ενσωμάτωση ή η συμμόρφωση με τον κανονισμό (ΕΕ) 2018/841 σχετικά με τη συμπερίληψη των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου και των απορροφήσεων από δραστηριότητες χρήσης γης, αλλαγής χρήσης γης και δασοπονίας στο πλαίσιο για το κλίμα και την ενέργεια έως το 2030, όπως εκάστοτε ισχύει.
  3. Η συμμόρφωση με τις δεσμεύσεις που ορίζονται κατά το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/841 δεν δικαιολογεί παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
  4. Για τις ανάγκες του παρόντος νόμου, δεν λαμβάνονται υπόψη:
    1. η εξαίρεση από τους λογαριασμούς που αφορούν δασωμένες εκτάσεις και διαχειριζόμενες δασικές εκτάσεις, των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου που οφείλονται σε φυσικές διαταραχές, σύμφωνα με το άρθρο 10 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/841, όπως εκάστοτε ισχύει,
    2. η άσκηση των δυνατοτήτων ευελιξίας που προβλέπονται στα άρθρα 11 έως 13 του παραπάνω κανονισμού, όπως εκάστοτε ισχύουν.

Άρθρο 22

Σχέση με το ΕΣΕΚ

  1. Τα μέτρα που λαμβάνονται με βάση τον παρόντα νόμο ενσωματώνονται αμελλητί στο ενοποιημένο εθνικό σχέδιο για το κλίμα του 2ου κεφαλαίου του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 για τη διακυβέρνηση της Ενεργειακής Ένωσης και της Δράσης για το Κλίμα, όπως εκάστοτε ισχύει. Εφόσον είναι αναγκαίο, το ενοποιημένο εθνικό σχέδιο για το κλίμα και οι εκθέσεις εφαρμογής του 4ου κεφαλαίου του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999 επικαιροποιούνται σύμφωνα με τις εθνικές και ενωσιακές διατάξεις που τις διέπουν.
  2. Ειδικότερα, και με την επιφύλαξη των οικείων διατάξεων του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, τα μέτρα που λαμβάνονται με τον παρόντα νόμο μπορούν να τροποποιούν την εθνική συνεισφορά στους τομείς που καλύπτονται από το ΕΣΕΚ.
  3. Η τροποποίηση της εθνικής συνεισφοράς στους τομείς που καλύπτει το ΕΣΕΚ επιτρέπεται μόνο εφόσον η μεταγενέστερη συνεισφορά αντιπροσωπεύει πρόοδο πέρα από την προηγούμενη, και αντικατοπτρίζει την υψηλότερη δυνατή φιλοδοξία, με την έννοια της Συμφωνίας του Παρισιού, όπως η τελευταία έχει κυρωθεί με τον ν. 4426/2016 (ΦΕΚ Α’ 187).

Δ. Κλιματικός προϋπολογισμός

Άρθρο 23

Κλιματικός προϋπολογισμός

  1. Ορίζονται κλιματικοί προϋπολογισμοί ανά πενταετή περίοδο, ξεκινώντας από την περίοδο 2026 - 2030, ως ακολούθως. Ως έτος βάσης ορίζεται το 1990.
  2. Για την περίοδο 2026 - 2030, το ύψος του κλιματικού προϋπολογισμού ορίζεται ώστε το 2030 οι ετήσιες μεσοσταθμικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά την πενταετία να είναι κατ’ ελάχιστον κατά 65% μειωμένες σε σύγκριση με το έτος βάσης.
  3. Για την περίοδο 2031 - 2035, το ύψος του κλιματικού προϋπολογισμού ορίζεται ώστε το 2035 οι ετήσιες μεσοσταθμικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά την πενταετία να είναι κατ’ ελάχιστον κατά 80% μειωμένες σε σύγκριση με το έτος βάσης.
  4. Για την περίοδο 2036 - 2040, το ύψος του κλιματικού προϋπολογισμού ορίζεται ώστε το 2040 οι ετήσιες μεσοσταθμικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά την πενταετία να είναι κατ’ ελάχιστον κατά 95% μειωμένες σε σύγκριση με το έτος βάσης.
  5. Για την περίοδο 2041 - 2045, το ύψος του κλιματικού προϋπολογισμού ορίζεται ώστε το 2045 οι ετήσιες μεσοσταθμικές καθαρές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου κατά την πενταετία να είναι κατά 100% μειωμένες σε σύγκριση με το έτος βάσης.

Άρθρο 24

Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την Ενέργεια και το Κλίμα

  1. Tο Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα (εφεξής ΕΣΕΚ), όπως προβλέπεται στον Κανονισμό (ΕΕ) 2018/1999 αποτελεί το θεσμικό εργαλείο που ενοποιεί την εθνική κλιματική και ενεργειακή πολιτική και υπηρετεί την επίτευξη των σκοπών του παρόντος με στόχο τη δίκαιη μετάβαση σε μία βιώσιμη και ανθεκτική οικονομία μηδενικού άνθρακα.
  2. Κάθε ΕΣΕΚ εκπονείται ανά πενταετία και καλύπτει χρονικά μία πενταετή περίοδο, όπως αυτή περιγράφεται στο άρθρο 23.
  3. Το ΕΣΕΚ κατ’ ελάχιστον:
    1. Εξειδικεύει και περιγράφει τα μέτρα και τις πολιτικές που απαιτούνται για την επίτευξη της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου εντός των ορίων του κλιματικού προϋπολογισμού.
    2. Καλύπτει όλους τους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας.
  4. Το ΕΣΕΚ εκπονείται και εγκρίνεται με γνώμονα την ενίσχυση της περιβαλλοντικής βιωσιμότητας και της οικονομικής αποδοτικότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, δίνει προτεραιότητα στην ενεργειακή απόδοση και λαμβάνει υπόψη:
    1. Τις υφιστάμενες δεσμεύσεις της χώρας, όπως αυτές απορρέουν από την ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία και τις πέντε διαστάσεις της Ενεργειακής Ένωσης.
    2. Τις πιο πρόσφατες τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις.
    3. Τις προτάσεις και εισηγήσεις της Κλιματικής Αρχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 41.
    4. Τις προτάσεις και εισηγήσεις άλλων υπουργών της κυβέρνησης, όταν και όπως αυτές κρίνεται απαραίτητο να ζητηθούν.
    5. Τις γνώμες και συμβολές που υποβάλλονται από πολίτες μέσα από το Φόρουμ Διαρκούς Κοινωνικής Διαβούλευσης και Συμμετοχής, όπως προβλέπεται στο άρθρο 43.
  5. Η εκπόνηση του ΕΣΕΚ αποτελεί αρμοδιότητα του Κυβερνητικού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή, συντονίζεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και εγκρίνεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου.
  6. Το πρώτο ΕΣΕΚ καλύπτει την πενταετή περίοδο 2026 – 2030 και εγκρίνεται όχι αργότερα από την 30η Ιουνίου 2024.
  7. Τα ΕΣΕΚ των επόμενων περιόδων εγκρίνονται το αργότερο έως την 30η Ιουνίου του δεύτερου έτους πριν την έναρξη της αντίστοιχης πενταετούς περιόδου κλιματικού προϋπολογισμού.

    Άρθρο 25

    Διαδικασία εκπόνησης και έγκρισης ΕΣΕΚ

  1. Με πρωτοβουλία του ΥΠΕΝ τα μέλη του Κυβερνητικού Συμβουλίου Κλιματικής Πολιτικής (ΚΣΚΠ) ολοκληρώνουν το ΕΣΕΚ της περιόδου 2026 - 2030 το αργότερο έως τις 31 Δεκεμβρίου 2022.
  2. Το αρχικό προσχέδιο υποβάλλεται αμελλητί στην Κλιματική Αρχή προς αξιολόγηση το αργότερο έως τις 31 Μαρτίου 2023.
  3. Κατόπιν της αξιολόγησης της κλιματικής αρχής, το προσχέδιο του ΕΣΕΚ υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση έως τις 30 Ιουνίου 2023 και όχι λιγότερο από εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες. Με ευθύνη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας απευθύνεται πρόσκληση συμμετοχής των πολιτών στη διαβούλευση σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 43.
  4. Το προσχέδιο υποβάλλεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή προς αξιολόγηση έως τις 30 Ιουνίου 2023.
  5. Το τελικό σχέδιο ΕΣΕΚ υποβάλλεται στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή έως τις 30 Ιουνίου 2024, έχοντας λάβει υπόψη τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και της αξιολόγησης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
  6. Το ΕΣΕΚ εγκρίνεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου.
  7. Η διαδικασία των ως άνω παραγράφων του παρόντος (πρώτη έως έκτη) επαναλαμβάνεται εφεξής ανά πέντε έτη για τις επόμενες πενταετείς περιόδους.

Άρθρο 26

Ετήσιος κλιματικός ισολογισμός

  1. Με σκοπό την εναρμόνιση του παρόντος κλιματικού νόμου με το δημοσιονομικό πλαίσιο της χώρας και τον ετήσιο κύκλο προγραμματισμού του κυβερνητικού έργου, εντάσσονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό, σύμφωνα με τις ελάχιστες απαιτήσεις των επόμενων παραγράφων: οι «πολιτικές και μέτρα», με την έννοια του άρθρου 2 περίπτ. 1 του κανονισμού (ΕΕ) 2018/1999, όπως έχουν περαιτέρω θεσπιστεί με το ΕΣΕΚ σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 25 του παρόντος νόμου, και ειδικότερα, ο «κλιματικός ισολογισμός» του παρόντος νόμου.
  2.  
    1. Οι «πολιτικές και μέτρα» της παραγράφου 1 περίπτ. (α) του παρόντος άρθρου περιλαμβάνονται υποχρεωτικά στο ισχύον μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό πλαίσιο που προβλέπεται από την οδηγία 2011/85/ΕΕ και το κεφάλαιο Δ’ του B’ μέρους του ν. 4270/2014, όπως εκάστοτε ισχύουν.
    2. Για τον σκοπό αυτόν, η Κλιματική Αρχή αποστέλλει, μέχρι το τέλος Φεβρουαρίου και σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, κάθε απαραίτητο στοιχείο ή πρόβλεψη που αφορά τις δημοσιονομικές εξελίξεις και επιπτώσεις κατά τη διάρκεια του έτους προϋπολογισμού των «πολιτικών και μέτρων» της παραγράφου 1 περίπτ. (α). Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, οι «πολιτικές και μέτρα» της πρώτης παραγράφου του παρόντος άρθρου θεωρούνται κύρια μέτρα πολιτικής, και εντάσσονται στο βασικό σενάριο.
  3.  
    1. Ο κλιματικός ισολογισμός περιλαμβάνεται υποχρεωτικά, ως προϋπολογισμός προγράμματος, στον Κρατικό Προϋπολογισμό.
    2. Ειδικότερα, περιλαμβάνονται στον Κρατικό Προϋπολογισμό:
      1. οι πίνακες των προβλεπόμενων για το έτος προϋπολογισμού εκπομπών και απορροφήσεων, και τα υπόλοιπα ποσοτικά, μη οικονομικά στοιχεία που συνιστούν τον κλιματικό ισολογισμό,
      2. τα στοιχεία δαπανών και εσόδων, και τα υπόλοιπα οικονομικά στοιχεία που αντιστοιχούν στις «πολιτικές και μέτρα» της πρώτης παραγράφου περίπτ. (α) του παρόντος άρθρου, τα οποία θα υλοποιηθούν κατά τη διάρκεια τους έτους,
    3. Οι πλέον επίκαιρες πληροφορίες του εδαφίου (β) (i) της παρούσας παραγράφου υποβάλλονται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, απευθείας από την Κλιματική Αρχή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μέχρι την 31η Ιουλίου κάθε έτους. Οι πληροφορίες του εδαφίου (β) (ii) της παρούσας παραγράφου υποβάλλονται από κάθε αρμόδιο για την υλοποίηση των «πολιτικών και μέτρων» φορέα της γενικής κυβέρνησης στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, μέχρι την 31η Ιουλίου κάθε έτους.
    4. Παράλληλα με τον Κρατικό Προϋπολογισμό του στοιχείου (β), υποβάλλεται και έκθεση εκτέλεσης του κλιματικού ισολογισμού για το προηγούμενο έτος. Ειδικότερα, ο κλιματικός απολογισμός εμφανίζει:
      1. τους πίνακες εκπομπών και απορροφήσεων, που έχουν διενεργηθεί κατά το έτος απολογισμού, και τα υπόλοιπα ποσοτικά, μη οικονομικά στοιχεία που συνδέονται με αυτά
      2. τα έσοδα και έξοδα που αντιστοιχούν στις «πολιτικές και μέτρα» της πρώτης παραγράφου περ. (α) του παρόντος άρθρου, και οι οποίες υλοποιήθηκαν ή βρίσκονται σε στάδιο υλοποίησης κατά το έτος απολογισμού.
    5. Οι πλέον επίκαιρες πληροφορίες του εδαφίου (δ)(i) της παρούσας παραγράφου υποβάλλονται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, απευθείας από την Κλιματική Αρχή στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους μέχρι την 30η Ιουνίου κάθε έτους. Οι πληροφορίες αυτές είναι σύμφωνες με τα δεδομένα παρακολούθησης των εκπομπών και απορροφήσεων που συλλέγονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο. Οι πληροφορίες του εδαφίου (β)(ii) της παρούσας παραγράφου υποβάλλονται από κάθε αρμόδιο για την υλοποίηση αυτών των πολιτικών και μέτρων φορέα της Γενικής Κυβέρνησης στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, μέχρι την 30η Ιουνίου κάθε έτους.
  4. Η δήλωση συμμόρφωσης του Υπουργού Οικονομικών, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 58 παρ. 4 περίπτ. β’ του ν. 4270/2014, όπως εκάστοτε ισχύει, βεβαιώνει επίσης ρητά και ειδικά ότι o προσαρτημένος τον Κρατικό Προϋπολογισμό κλιματικός ισολογισμός των άρθρων είναι συμβατός με το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής ή την τυχόν επικαιροποίησή του, για το αντίστοιχο οικονομικό έτος. Η δήλωση βεβαιώνει ρητά και ειδικά ότι οι προβλέψεις που έχουν περιληφθεί στο σχέδιο του ετήσιου Κρατικού Προϋπολογισμού και την εισηγητική έκθεση, ανταποκρίνονται στο βαθμό που είναι ευλόγως και πρακτικώς δυνατό, σε πραγματικά στοιχεία και το κόστος όλων των προβλεπόμενων σε αυτόν τον νόμο. Για το θέμα αυτό, ο Υπουργός Οικονομικών μπορεί να ζητήσει γνωμοδότηση της Ανεξάρτητης Κλιματικής Αρχής, ή οποιασδήποτε άλλης συναρμόδιας αρχής.
  5. Κατά τη νομοθετική εργασία της Βουλής για την ψήφιση του Κρατικού Προϋπολογισμού, προγραμματίζεται ειδική συζήτηση για τον Κλιματικό Ισολογισμό, την οποία παρίστανται ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας και ο πρόεδρος της Ανεξάρτητης Κλιματικής Αρχής.

Ε. Μέτρα πολιτικής

Άρθρο 27

Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εξοικονόμηση ενέργειας

  1. Για την επίτευξη των στόχων του παρόντος, ορίζονται ως ελάχιστοι, νομικά δεσμευτικοί στόχοι έως το 2030:
    1. Η συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (εφεξής ΑΠΕ) στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ενέργειας σε ποσοστό 50%.
    2. Η συμμετοχή των ΑΠΕ στην ακαθάριστη τελική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε ποσοστό 85%.
    3. Η συμμετοχή των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση για μεταφορές σε ποσοστό 30%, σύμφωνα με τη σχετική μεθοδολογία υπολογισμού της ΕΕ.
    4. Η συμμετοχή των ΑΠΕ στην τελική κατανάλωση για θέρμανση και ψύξη σε ποσοστό 50%.
    5. Η επίτευξη ενεργειακής απόδοσης σε ποσοστό 50%, σε σύγκριση με τις αντίστοιχες προβολές, όπως αυτές ορίζονται στην οδηγία (ΕΕ) 2018/2002.
    6. Η επίτευξη ενεργειακής απόδοσης σε ποσοστό 50% για τον δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.
  1. Η επίτευξη των στόχων του παρόντος άρθρου αποτελεί κεντρική προτεραιότητα με ειδική μέριμνα για τα οικονομικά ασθενέστερα νοικοκυριά.
  2. Ως περιβαλλοντικού σκοπού υποδομές, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας εγκαθίστανται και λειτουργούν με βάση τις βέλτιστες διαθέσιμες τεχνολογίες και πρακτικές αποφυγής επιπτώσεων στο φυσικό περιβάλλον, τη βιοποικιλότητα και το τοπίο, η εφαρμογή των οποίων υπόκειται σε έλεγχο από τις αρμόδιες αρχές, σύμφωνα και με τις πρόνοιες του άρθρου 7.

Άρθρο 28

Συμμετοχή πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση

  1. Στο ΕΣΕΚ της περιόδου 2026 - 2030 περιγράφονται αναλυτικά οι πολιτικές και τα μέτρα που θα υποστηρίξουν την ευρύτερη δυνατή συμμετοχή των πολιτών στην ενεργειακή μετάβαση με στόχο έως το 2030 το 25% της παραγόμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ να παράγεται από πολίτες και ενεργειακές κοινότητες, εκ του οποίου 10% αφορά ευάλωτα νοικοκυριά.
  2. Με στόχο την ανάπτυξη της αποκεντρωμένης παραγωγής ενέργειας από ΑΠΕ, έως το 2024 θεσπίζονται ελάχιστοι στόχοι εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ με τη συμμετοχή ενεργειακών κοινοτήτων όπως ορίζονται στον ν. 4513/2018 σε όλους τους πρωτοβάθμιους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης. Οι στόχοι ορίζονται λαμβάνοντας υπόψη την έκταση, το πληθυσμιακό μέγεθος, το ανανεώσιμο δυναμικό, καθώς και όλες τις ειδικότερες κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές συνθήκες του κάθε πρωτοβάθμιου ΟΤΑ.
  3. Στο ΕΣΕΚ της περιόδου 2026 - 2030 περιγράφονται αναλυτικά τα μέτρα και οι πολιτικές για την ενεργειακή αναβάθμιση 1.000.000 κτιρίων έως το 2030, με μέριμνα για τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος.

Άρθρο 29

Απανθρακοποίηση του ενεργειακού συστήματος

  1. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου δεν επιτρέπεται καμία νέα παραχώρηση δικαιωμάτων έρευνας και εξόρυξης υδρογονανθράκων σε ολόκληρη την ελληνική επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων των θαλάσσιων ζωνών οικονομικής εκμετάλλευσης.
  2. Από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, αναστέλλεται οριστικά η δυνατότητα παράτασης οποιουδήποτε σταδίου έρευνας, η προθεσμία του οποίου έχει παρέλθει άπρακτη.
  3. Ειδικά για τις ενεργές συμβάσεις παραχώρησης του δικαιώματος έρευνας, αναζήτησης και εκμετάλλευσης υδρογονανθράκων, οι ισχύουσες συμβάσεις τροποποιούνται κατ’ επίκληση της κλιματικής έκτακτης ανάγκης και μετά από διευθέτηση των εκατέρωθεν αξιώσεων ορίζεται ως απώτατος χρόνος ισχύος ή και παράτασής τους το αργότερο η 31η Δεκεμβρίου 2028.
  4. Ως καταληκτική ημερομηνία για την απολιγνιτοποίηση της χώρας, ορίζεται το αργότερο η 31η Δεκεμβρίου 2028.

Άρθρο 30

Μεταφορές

  1. Για την επίτευξη των στόχων του παρόντος, εφαρμόζονται μέτρα και πολιτικές για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σε ολόκληρο τον τομέα των μεταφορών συμπεριλαμβανομένων και των θαλάσσιων μεταφορών και ευρύτερα της διασύνδεσης των νησιών (με την ηπειρωτική χώρα, αλλά και μεταξύ τους).
  2. Ειδική μέριμνα δίνεται α) στην ανάπτυξη δικτύου δημόσιων μεταφορών μηδενικών εκπομπών σε δημοτικό, διαδημοτικό και διαπεριφερειακό επίπεδο με στόχο τη μείωση των ιδιωτικών επιβατοχιλιομέτρων, β) την ανάπτυξη κατάλληλων και ασφαλών υποδομών αειφόρων μετακινήσεων με εναλλακτικά μέσα (όπως ποδήλατα και ελαφρά, προσωπικά ηλεκτροκίνητα οχήματα), γ) τον εξηλεκτρισμό των οχημάτων του ευρύτερου δημοσίου τομέα και των ειδικών στόλων δ) την προώθηση της ηλεκτροκίνησης με στόχο τη στήριξη των οικονομικά ασθενέστερων πολιτών, ε) την ανάπτυξη στρατηγικής για τις μεταφορές των προϊόντων του αγροτοδιατροφικού τομέα.
  3. Από τη δημοσίευση του παρόντος η Ελλάδα αναλαμβάνει πολιτικές πρωτοβουλίες και στηρίζει την ευρωπαϊκή προσπάθεια για τη μείωση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου των αεροπορικών και θαλάσσιων μεταφορών, συμπεριλαμβανομένων των διεθνών.

Άρθρο 31

Εθνική στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

  1. Το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το Κυβερνητικό Συμβούλιο για την Κλιματική Αλλαγή αξιολογεί την υφιστάμενη εθνική στρατηγική για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή (ν. 4414/2016) και εκπονεί νέα (εφεξής Στρατηγική για την Προσαρμογή).
  2. Η Στρατηγική για την Προσαρμογή καλύπτει χρονικά διάστημα πέντε (5) ετών και αναθεωρείται ανά πενταετία (5).
  3. Η Στρατηγική για την Προσαρμογή κατ’ ελάχιστον εξειδικεύει το πλαίσιο για την εφαρμογή μέτρων ανά τομέα σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο με στόχο την ενίσχυση της κλιματικής ανθεκτικότητας της χώρας μέσω:
    1. της βελτίωσης της γνώσης για τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και των λύσεων που προσφέρει η προσαρμογή,
    2. της προσαρμογής για την κλιματική αλλαγή, με βάση ανάλυση τρωτότητας οικονομικών τομέων και κοινωνικών δραστηριοτήτων και εκτίμηση των επιπτώσεων των κλιματικών μεταβολών στους διάφορους τομείς της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας, στο περιβάλλον και τη βιοποικιλότητα,
    3. της ενίσχυσης του σχεδιασμού μέτρων προσαρμογής και ανθεκτικότητας για τη στοχευμένη ανάληψη τομεακής δράσης,
    4. του συντονισμού των πολιτικών, οικονομικών και κοινωνικών φορέων,
    5. της προώθησης της διεθνούς συνεργασίας με έμφαση στις πλέον ευάλωτες χώρες στην κλιματική κρίση,
    6. την ευαισθητοποίηση των πολιτών ώστε να είναι ενημερωμένοι και συμμέτοχοι ως μέλη μιας ενεργής κοινωνίας πολιτών.
  1. Η Στρατηγική για την Προσαρμογή λαμβάνει υπόψη:
    1. Τις υφιστάμενες δεσμεύσεις της χώρας, όπως αυτές απορρέουν από την ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία.
    2. Τις πιο πρόσφατες τεχνολογικές και επιστημονικές εξελίξεις.
    3. Την αξιολόγηση από την Κλιματική Αρχή με τις προτάσεις και εισηγήσεις της.
    4. Τις προτάσεις και εισηγήσεις άλλων υπουργών της κυβέρνησης, όταν και όπως αυτές κρίνεται απαραίτητο να ζητηθούν.
    5. Τις γνώμες και συμβολές που υποβάλλονται από πολίτες μέσα από το Φόρουμ Διαρκούς Κοινωνικής Διαβούλευσης και συμμετοχής.
  1. Πριν την υποβολή της Στρατηγικής για την Προσαρμογή προς έγκριση, με ευθύνη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το προσχέδιο:
    1. Υποβάλλεται στην Κλιματική Αρχή προς αξιολόγηση.
    2. Κατόπιν της αξιολόγησης από την Κλιματική Αρχή, υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση για όχι λιγότερο από εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες. Με ευθύνη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας απευθύνεται πρόσκληση συμμετοχής των πολιτών στη διαβούλευση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.
  1. Η εκπόνηση της Στρατηγικής για την Προσαρμογή αποτελεί αρμοδιότητα του Κυβερνητικού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή, συντονίζεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας και εγκρίνεται με πράξη υπουργικού συμβουλίου.
  2. Το παρόν άρθρο τροποποιεί τα άρθρα 42-45 του ν. 4414/2016 που ρυθμίζουν τα σχετικά με την Εθνική Στρατηγική για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή (ΕΣΠΚΑ), και τα περιφερειακά σχέδια για την Προσαρμογή στην Κλιματική Αλλαγή.

Άρθρο 32

Σχέδιο δράσης για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

  1. Το αργότερο εντός δεκαοκτώ (18) μηνών από την έγκριση της Στρατηγικής για την Προσαρμογή, το Κυβερνητικό Συμβούλιο για την Κλιματική Αλλαγή εκπονεί σχέδιο δράσης για την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή.
  2. Το σχέδιο δράσης για την προσαρμογή έχει πενταετή (5) διάρκεια και εκπονείται ανά πενταετία (5).
  3. Το σχέδιο δράσης για την προσαρμογή εξειδικεύει τα μέτρα προσαρμογής ανά τομέα και περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
    1. κλιματικά σενάρια σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο,
    2. αξιολόγηση της τρωτότητας των φυσικών οικοσυστημάτων, πληθυσμών, αστικών περιοχών και υποδομών, συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που περιγράφονται στον εθνικό κατάλογο για την καταγραφή και χαρτογράφηση των οικοσυστημάτων και οικοτόπων,
    3. ολοκληρωμένα πλαίσια πρόβλεψης και αξιολόγησης κλιματικού κινδύνου,
    4. σύστημα παρακολούθησης, καταγραφής και αξιολόγησης των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής ανά τομέα,
    5. δέσμη στρατηγικών στόχων συνδεδεμένων με σχετικούς δείκτες προόδου,
    6. δέσμη μέτρων προσαρμογής για την επίτευξη των στόχων του παρόντος,
    7. χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, εκτιμώμενο συνολικό κόστος, ενδεικτικός προϋπολογισμός (συμπεριλαμβανομένου του κόστους για το σύστημα παρακολούθησης) και πιθανές πηγές χρηματοδότησης,
    8. αξιολόγηση και ιεράρχηση της υλοποίησής των μέτρων με δυνατότητα διαβάθμισης της σημαντικότητας, της αμεσότητας και του χρονικού εύρους εφαρμογής τους (άμεση, μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη αν υλοποιηθεί στα πέντε (5) χρόνια της εφαρμογής του Σχεδίου Δράσης).
  1. Για την αντιμετώπιση των φυσικών κινδύνων που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή, το Σχέδιο Δράσης για την Προσαρμογή περιλαμβάνει μέτρα και έργα που στηρίζονται στην προστασία και αποκατάσταση φυσικών οικοσυστημάτων ανά κατηγορία φυσικού κινδύνου λαμβάνοντας υπόψη τον εθνικό κατάλογο της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 33, καθώς και μέτρα και έργα για την ενίσχυση και προώθηση των πράσινων και γαλάζιων υποδομών. Προτεραιότητα δίνεται στην προστασία και αποκατάσταση φυσικών οικοσυστημάτων έναντι της υλοποίησης γκρίζων υποδομών.
  2. Κατά την εκπόνηση του Σχεδίου Δράσης για την Προσαρμογή, τα μέλη του Κυβερνητικού Συμβουλίου για την Κλιματική αλλαγή:
    1. Διαβουλεύονται και συνεργάζονται μεταξύ τους λαμβάνοντας υπόψη τη Στρατηγική για την Προσαρμογή και τις υφιστάμενες δεσμεύσεις της χώρας, όπως αυτές απορρέουν από την ευρωπαϊκή και διεθνή νομοθεσία.
    2. Λαμβάνουν υπόψη τη γνωμοδότηση της Κλιματικής Αρχής.
    3. Λαμβάνουν υπόψη τις γνώμες και συμβολές που υποβάλλονται μέσα από το Φόρουμ Διαρκούς Κοινωνικής Διαβούλευσης και Συμμετοχής.
  1. Πριν την υποβολή του Σχεδίου Δράσης για την προσαρμογή προς έγκριση, με ευθύνη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το προσχέδιο:
    1. Υποβάλλεται στην Κλιματική Αρχή προς αξιολόγηση.
    2. Κατόπιν της αξιολόγησης της κλιματικής αρχής, υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση για όχι λιγότερο από εξήντα (60) ημερολογιακές ημέρες. Με ευθύνη του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας απευθύνεται πρόσκληση συμμετοχής των πολιτών στη διαβούλευση σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 43.

Άρθρο 33

Προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας για την αντιμετώπιση και προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή

  1. Για την επίτευξη των στόχων του παρόντος, λαμβάνονται και εφαρμόζονται μέτρα και πολιτικές για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος και της βιοποικιλότητας με έμφαση στην προστασία και αποκατάσταση οικοσυστημάτων που συμβάλλουν στη μείωση του φυσικού κινδύνου, κατά τους ορισμούς του παρόντος, και την προσαρμογή και ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή.
  2. Εντός δώδεκα (12) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας συντάσσει εθνικό κατάλογο για την καταγραφή και χαρτογράφηση των οικοσυστημάτων και οικοτόπων που συμβάλλουν στη βελτίωση των απορροφήσεων από φυσικές καταβόθρες και στην ενίσχυση της προσαρμοστικής ικανότητας και κλιματικής ανθεκτικότητας. Ο κατάλογος εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.

Άρθρο 34

Προστασία φυσικών οικοσυστημάτων

  1. Έως το 2030, λαμβάνονται μέτρα για την ένταξη κατ’ ελάχιστον του 30% της χερσαίας και του 30% της θαλάσσιας έκτασης της χώρας στο εθνικό σύστημα προστατευόμενων περιοχών, όπως ορίζεται στο άρθρο 3 του ν. 3937/2011. Τα μέτρα προστασίας που λαμβάνονται σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ. 4 και 21 του ν. 1650/1986 θα πρέπει να περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων και μέτρα για την προστασία, διαχείριση και αποκατάσταση οικοσυστημάτων που είναι ευάλωτα στην κλιματική αλλαγή, και που συμβάλλουν στη βελτίωση των απορροφήσεων από φυσικές καταβόθρες, και στην ενίσχυση της προσαρμοστικής ικανότητας και κλιματικής ανθεκτικότητας.
  2. Έως το 2030, προστατεύεται με αυστηρό καθεστώς προστασίας το ένα τρίτο (⅓) του εθνικού συστήματος προστατευόμενων περιοχών, ήτοι το 10 % της χερσαίας και το 10 % της θαλάσσιας έκτασης της χώρας.
  3. Στις περιοχές της δεύτερης παραγράφου δεν επιτρέπονται έργα ή δραστηριότητες που βασίζονται στην απόληψη φυσικών πόρων. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπονται δραστηριότητες που βασίζονται στην απόληψη φυσικών πόρων εφόσον απαιτούνται για τη διαχείριση των περιοχών αυτών σύμφωνα με τους στόχους διατήρησης και τις οικολογικές ανάγκες τους. Οι δραστηριότητες αυτές καθορίζονται και ρυθμίζονται αυστηρά στα προεδρικά διατάγματα και στα σχέδια διαχείρισης της εκάστοτε περιοχής σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 1650/1986.

Άρθρο 35

Αποκατάσταση φυσικών οικοσυστημάτων

  1. Έως το 2030, λαμβάνονται μέτρα και πολιτικές για την αποκατάσταση του 15% της χερσαίας και θαλάσσιας έκτασης της χώρας με έμφαση σε οικοτόπους που συμβάλλουν στη βελτίωση των απορροφήσεων από φυσικές καταβόθρες, και στην ενίσχυση της προσαρμοστικής ικανότητας και κλιματικής ανθεκτικότητας βάσει του εθνικού καταλόγου που προβλέπεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 33. Το αργότερο εντός τριάντα έξι (36) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκπονείται Σχέδιο Δράσης για την Αποκατάσταση οικοτόπων για την επίτευξη των στόχων του παρόντος νόμου. Το σχέδιο δράσης αυτό περιλαμβάνει κατ΄ελάχιστον:
    1. κατάλογο των οικοτόπων η αποκατάσταση των οποίων συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων του παρόντος νόμου βάσει του εθνικού καταλόγου της δεύτερης παραγράφου του άρθρου 33,
    2. απαιτούμενα μέτρα και δράσεις για την ενεργητική ή παθητική (μέσω αλλαγών στις πρακτικές διαχείρισης) αποκατάσταση των οικοτόπων αυτών,
    3. φορείς υλοποίησης των απαιτούμενων μέτρων και δράσεων,
    4. χρηματοδοτικούς πόρους για την υλοποίηση των απαιτούμενων μέτρων και δράσεων.
  1. Το σχέδιο δράσης για την αποκατάσταση των οικοτόπων υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση για τουλάχιστον δύο (2) μήνες και εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και άλλων αρμόδιων κατά περίπτωση υπουργών.

Άρθρο 36

Καθορισμός οικολογικών διαδρόμων για την προσαρμογή οικοτόπων και ειδών στην κλιματική αλλαγή

  1. Η συνδεσιμότητα των προστατευόμενων περιοχών μέσω οικολογικών διαδρόμων όπως ορίζονται στο άρθρο 2 παρ. 11 του ν. 3937/2011 αποτελεί βασική δράση για την προσαρμογή οικοτόπων και ειδών στην κλιματική αλλαγή.
  2. Το αργότερο εντός είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εκπονείται σχέδιο δράσης για τον καθορισμό οικολογικών διαδρόμων για την προσαρμογή οικοτόπων και ειδών στην κλιματική αλλαγή. Το σχέδιο δράσης αυτό περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
    1. την καταγραφή και ανάλυση των ειδών και των οικοτόπων (χερσαίων ή θαλάσσιων) που αναμένεται να εμφανίσουν αλλαγή στο εύρος εξάπλωσής τους λόγω κλιματικής αλλαγής
    2. τη χαρτογράφηση, τον καθορισμό και την οριοθέτηση οικολογικών διαδρόμων για την προσαρμογή τους στην κλιματική αλλαγή.
    3. τα απαιτούμενα μέτρα και δράσεις για τη διαχείριση των οικολογικών διαδρόμων με σκοπό την προσαρμογή ειδών και οικοτόπων στην κλιματική αλλαγή
    4. χρηματοδοτικούς πόρους και εργαλεία για την υλοποίηση των απαιτούμενων μέτρων και δράσεων.
  1. Το σχέδιο δράσης για τον καθορισμό οικολογικών διαδρόμων υποβάλλεται σε δημόσια διαβούλευση για τουλάχιστον δύο (2) μήνες και εγκρίνεται με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και άλλων αρμόδιων κατά περίπτωση υπουργών.

Άρθρο 37

Δημοσιοποίηση των κλιματικών κινδύνων από οντότητες του χρηματοπιστωτικού τομέα

  1. Μετά την προσθήκη περίπτωσης (στ) στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου, και την προσθήκη νέου προτελευταίου εδαφίου, η πρώτη παράγραφος του άρθρου 151 του ν. 4548/2018 αντικαθίσταται στο σύνολό της ως εξής:
    «Οι μεγάλες ανώνυμες εταιρείες οι οποίες αποτελούν οντότητες δημοσίου ενδιαφέροντος, κατά την έννοια του Παραρτήματος Α΄ του ν. 4308/2014, και οι οποίες, κατά την ημερομηνία κλεισίματος του ισολογισμού τους, υπερβαίνουν το μέσο αριθμό των πεντακοσίων (500) εργαζομένων κατά τη διάρκεια του οικονομικού έτους, περιλαμβάνουν στην έκθεση διαχείρισης μία μη χρηματοοικονομική κατάσταση που περιέχει πληροφορίες, στο βαθμό που απαιτείται για την κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων της, σε σχέση, τουλάχιστον, με περιβαλλοντικά, κοινωνικά και εργασιακά θέματα, το σεβασμό των δικαιωμάτων του ανθρώπου, την καταπολέμηση της διαφθοράς και με θέματα σχετικά με τη δωροδοκία. Στην κατάσταση αυτή συμπεριλαμβάνονται τα εξής:
    1. σύντομη περιγραφή του επιχειρηματικού μοντέλου της εταιρείας,
    2. περιγραφή των πολιτικών που εφαρμόζει η εταιρεία σε σχέση με τα εν λόγω θέματα, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών δέουσας επιμέλειας που εφαρμόζει,
    3. τα αποτελέσματα των εν λόγω πολιτικών,
    4. οι κυριότεροι κίνδυνοι που αφορούν τα εν λόγω θέματα και που συνδέονται με τις δραστηριότητες της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων, κατά περίπτωση και αναλογικά, των επιχειρηματικών σχέσεών της, των προϊόντων της ή των υπηρεσιών της, τα οποία είναι πιθανόν να προκαλέσουν αρνητικές επιπτώσεις στους εν λόγω τομείς και ο τρόπος με τον οποίο η εταιρεία διαχειρίζεται αυτούς τους κινδύνους,
    5. μη χρηματοοικονομικοί βασικοί δείκτες επιδόσεων που σχετίζονται με το συγκεκριμένο τομέα επιχειρήσεων. Όταν η εταιρεία δεν ασκεί πολιτικές σε σχέση με ένα ή περισσότερα από τα εν λόγω θέματα, η μη χρηματοοικονομική κατάσταση περιλαμβάνει σαφή και αιτιολογημένη εξήγηση για την απουσία των εν λόγω πολιτικών. Η μη χρηματοοικονομική κατάσταση περιλαμβάνει επίσης, όπου ενδείκνυται, αναφορές και πρόσθετες εξηγήσεις για τα ποσά που αναγράφονται στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.
    6. αξιολόγηση των χρηματοοικονομικών επιπτώσεων της έκθεσης της εταιρείας σε κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών, τα μέτρα που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, και αξιολόγηση της ευθυγράμμισης των δραστηριοτήτων της εταιρείας με τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο [23] του παρόντος νόμου. Οι πληροφορίες της περίπτωσης (στ) οφείλουν να περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον τα στοιχεία που περιγράφονται στην 4η παράγραφο του παρόντος άρθρου.

Σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούν να παραλειφθούν πληροφορίες σχετικά με επικείμενες εξελίξεις ή θέματα σε διαπραγμάτευση όταν, κατά τη δεόντως αιτιολογημένη γνώμη των μελών του διοικητικού συμβουλίου, που ενεργούν εντός των αρμοδιοτήτων τους και που υπέχουν σχετικώς συλλογική ευθύνη της εν λόγω γνώμης, η δημοσιοποίηση αυτών των πληροφοριών θα έβλαπτε σοβαρά την εμπορική θέση της εταιρείας, με την προϋπόθεση ότι η παράλειψη αυτή δεν εμποδίζει την ορθή και ισορροπημένη κατανόηση της εξέλιξης, των επιδόσεων, της θέσης και του αντίκτυπου των δραστηριοτήτων της ανώνυμης εταιρείας. Το προηγούμενο εδάφιο δεν εφαρμόζεται στις πληροφορίες της περίπτωσης (στ) της πρώτης παραγράφου. Για την παροχή των πληροφοριών που αναφέρονται στην παράγραφο 1, οι εταιρείες μπορούν να βασίζονται σε εθνικά πλαίσια, πλαίσια βασισμένα στην Ένωση ή διεθνή πλαίσια και, στην περίπτωση αυτή, οι εταιρείες διευκρινίζουν σε ποια πλαίσια βασίστηκαν».

  1. Mετά την παρ. 1 του άρθρου 99 ν. 4261/2014, προστίθενται οι περιπτώσεις (α), (β) και (γ), οι οποίες έχουν ως εξής:
    1. "πέραν των στοιχείων που αναφέρονται στα άρθρα 431 έως 455 του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 575/2013 το σύνολο των ιδρυμάτων δημοσιοποιούν τουλάχιστον μια φορά τον χρόνο πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, εντός ενός (1) έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου
    2. Οι πληροφορίες που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο δημοσιοποιούνται μέσω έκθεσης που περιλαμβάνει τις χρηματοοικονομικές επιπτώσεις της έκθεσης του ιδρύματος στους κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών, την περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, και την αξιολόγηση της ευθυγράμμισης των δραστηριοτήτων του ιδρύματος με τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 23 του παρόντος νόμου.
    3. Οι πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν να περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον τα στοιχεία που περιγράφονται στην 4η παράγραφο του παρόντος άρθρου".
  1. Κάθε οντότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, με την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 περ. 27 του κανονισμού (ΕΕ) 575/2013 σχετικά με τις απαιτήσεις προληπτικής εποπτείας για πιστωτικά ιδρύματα και επιχειρήσεις επενδύσεων, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, η οποία δεν περιλαμβάνεται στην πρώτη ή τη δεύτερη παράγραφο του παρόντος άρθρου, και η οποία σωρευτικά
    1. είναι εγκατεστημένη στην Ελλάδα, και
    2. υπόκειται σε οποιαδήποτε εποπτική αρμοδιότητα της Τράπεζας της Ελλάδας ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς σύμφωνα με τον ν. 4261/2014 ή άλλες κείμενες διατάξεις, είναι υποχρεωμένη να δημοσιοποιεί κάθε έτος έκθεση αξιολόγησης των χρηματοοικονομικών επιπτώσεων της έκθεσής της στους κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένων των φυσικών κινδύνων και των κινδύνων μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών, περιγραφή των μέτρων που λαμβάνονται για την αντιμετώπιση των κινδύνων αυτών, και αξιολόγηση της ευθυγράμμισης των δραστηριοτήτων του ιδρύματος με τους στόχους που ορίζονται στο άρθρο 2 του παρόντος νόμου.

Οι πληροφορίες της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν να περιλαμβάνουν κατ’ ελάχιστον τα στοιχεία που περιγράφονται στην τέταρτη παράγραφο.

  1. Το ακριβές περιεχόμενο των ετήσιων εκθέσεων που αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους θα καθοριστεί βάσει των ισχυουσών εξουσιοδοτικών διατάξεων, που διέπουν τις εποπτικές αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Σε κάθε περίπτωση, λαμβάνονται δεόντως υπόψη οι συστάσεις της ειδικής ομάδας του Συμβουλίου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας για τη δημοσιοποίηση χρηματοοικονομικών πληροφοριών σχετικών με το κλίμα (Task Force for Climate Related Financial Disclosures), και περιλαμβάνονται στις εκθέσεις οι εξής διαστάσεις:
    1. Η δομή διακυβέρνησης της οντότητας, συμπεριλαμβανομένων των αρμοδιοτήτων των τμημάτων της, σχετικά με τον εντοπισμό, αξιολόγηση, και διαχείριση των φυσικών κινδύνων και κινδύνων μετάβασης που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
    2. Η στρατηγική της οντότητας για τον μετριασμό της κλιματικής αλλαγής, και την προσαρμογή σε αυτή.
    3. Οι ποσοτικές και ποιοτικές διαδικασίες εντοπισμού, αξιολόγησης και διαχειριστικού ελέγχου των φυσικών κινδύνων και κινδύνων μετάβασης που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
    4. Ο τρόπος με τον οποίο οι διαδικασίες συμπεριλαμβάνονται στην συνολική διαχείριση κινδύνων της οντότητας.
    5. Το ποσοτικό αποτύπωμα άνθρακα της οντότητας, λαμβάνοντας υπόψιν τις άμεσες, έμμεσες και προκαλούμενες εκπομπές άνθρακα των δραστηριοτήτων τους.
    6. Οι ποσοτικοί στόχοι μείωσης εκπομπών, και η περιγραφή των σχεδιαζόμενων στρατηγικών και δράσεων της οντότητας με σκοπό την ευθυγράμμιση των μελλοντικών εκπομπών άνθρακα με τους στόχους του παρόντος νόμου.

Άρθρο 38

Ενσωμάτωση στην εποπτική πολιτική των κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή

  1. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μακροπροληπτικής πολιτικής με βάση τον ν. 4261/2014 ή άλλες ισχύουσες διατάξεις, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς συντάσσουν και δημοσιοποιούν από κοινού ετήσια έκθεση αξιολόγησης των συστημικών κινδύνων που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή. Η έκθεση περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
    1. περιγραφή των υφιστάμενων και δυνητικών συστημικών επιπτώσεων του κινδύνου που συνδέεται με την κλιματική αλλαγή (συμπεριλαμβανόμενου του φυσικού κινδύνου και του κινδύνου μετάβασης) στη χρηματοπιστωτική και οικονομική σταθερότητα,
    2. πρόταση μέτρων εντοπισμού, αντιμετώπισης και διαχείρισης των κινδύνων του στοιχείου (α).

Η έκθεση της παρούσας παραγράφου δημοσιοποιείται στο κοινό και κατατίθεται στη Βουλή των Ελλήνων.

  1. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μικροπροληπτικής πολιτικής με βάση τον ν. 4261/2014 ή άλλες ισχύουσες διατάξεις, η Τράπεζα της Ελλάδος και η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς δημοσιοποιούν υποχρεωτικά τη μεθοδολογία, βάσει της οποίας αξιολογείται η κεφαλαιακή επάρκεια του συνόλου των εποπτευομένων ιδρυμάτων. Η μεθοδολογία περιλαμβάνει αξιολόγηση τόσο των φυσικών κινδύνων, όσο και των κινδύνων μετάβασης που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή.
  2. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μικροπροληπτικής πολιτικής με βάση τον ν. 4261/2014 ή άλλες ισχύουσες διατάξεις, και εντός τριών (3) ετών από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος νόμου, η Τράπεζα της Ελλάδος υποβάλει τα πιστωτικά ιδρύματα υπό την εποπτεία της σε ετήσιες κλιματικές προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων (climate stress tests). Σκοπός των προσομοιώσεων του προηγούμενου εδαφίου είναι η αξιολόγηση της κεφαλαιακής επάρκειας των ιδρυμάτων αυτών, λαμβάνοντας υπόψη την έκθεση του χαρτοφυλακίου τους σε δραστηριότητες που επηρεάζονται από κινδύνους που συνδέονται με την κλιματική αλλαγή, συμπεριλαμβανομένων του φυσικού κινδύνου και του κινδύνου μετάβασης. Οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη βραχυπρόθεσμες, μεσοπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες επιπτώσεις στην κεφαλαιακή επάρκεια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
  3. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της για την παρακολούθηση και εποπτεία της αγοράς ενέργειας, η Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας συντάσσει μια ετήσια έκθεση που αξιολογεί τους κινδύνους, τις ευκαιρίες και τις χρηματοδοτικές και επενδυτικές ανάγκες που συνδέονται με τις επιπτώσεις της σταδιακής απανθρακοποίησης στο ενεργειακό σύστημα και την εγχώρια αγορά ενέργειας.

Η έκθεση δημοσιοποιείται στο κοινό και κατατίθεται στη Βουλή των Ελλήνων.

Άρθρο 39

Ρυθμίσεις για τον Κρατικό Προϋπολογισμό

  1. Η εισηγητική έκθεση του σχεδίου Κρατικού Προϋπολογισμού περιλαμβάνει υποχρεωτικά, εκτός από τα στοιχεία που προβλέπονται στο άρθρο 53 του ν. 4270/2014, όπως εκάστοτε ισχύει, και έκθεση για τη χρηματοδότηση της μετάβασης σε μια οικονομία μηδενικών εκπομπών.
    1. Η έκθεση συντάσσεται σύμφωνα με τις βέλτιστες διεθνείς προδιαγραφές, και ειδικά τις προδιαγραφές που έχουν αναπτυχθεί στο πλαίσιο της Συνεργασίας του Παρισιού για την Περιβαλλοντική Διάσταση στον Προϋπολογισμό (Paris Collaborative on Green Budgeting).
    2. Η έκθεση της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:
      1. Ποσοτική καταγραφή των πόρων που προορίζονται για τη χρηματοδότηση των ετήσιων στόχων μείωσης εκπομπών, όπως ορίζονται σύμφωνα με τον παρόντα νόμο.
      2. Ποσοτική αξιολόγηση επάρκειας των πόρων σε σχέση με τις χρηματοδοτικές ανάγκες που προκύπτουν για την επίτευξη των ετήσιων στόχων που καθορίζονται από τον παρόντα νόμο.
      3. Λεπτομερή ποσοτική καταγραφή του ισοζυγίου άνθρακα (θετικού και αρνητικού αντίκτυπου) των μεμονωμένων δημοσιονομικών εργαλείων, δαπανών και οικονομικών πολιτικών, με σημαντικό θετικό ή αρνητικό αντίκτυπο στην επίτευξη των στόχων του παρόντα νόμου.
  2. Το ποσοστό των ετήσιων εθνικών δημοσίων δαπανών που προορίζεται για τη χρηματοδότηση της αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το ποσοστό που προορίζει για κλιματικές δαπάνες το Πολυετές Δηµοσιονοµικό Πλαίσιο της ΕΕ, με βάση τη μεθοδολογία υπολογισμού που αναπτύσσει το τελευταίο. Για τον υπολογισμό αυτού του ποσοστού, εξαιρούνται από τη βάση υπολογισμού οι κατηγορίες δαπανών που δεν έχουν άμεση επίπτωση στην κλιματική αλλαγή, όπως είναι οι μισθολογικές δαπάνες, οι συνταξιοδοτικές δαπάνες, και οι κοινωνικές δαπάνες του δημοσίου, καθώς και οι δαπάνες γενικής διοίκησης του Κράτους.

Άρθρο 40

Ενσωμάτωση ανάλυσης κλιματικών επιπτώσεων στο νομοθετικό έργο

  1. Στην έκθεση γενικών συνεπειών που συνοδεύει κάθε σχέδιο νόμου, προστίθενται οι παρακάτω θεματικές, για τις οποίες υποβάλλεται στη Βουλή των Ελλήνων αντίστοιχη τεκμηρίωση:
    1. Συνέπειες στις εκπομπές αερίων των θερμοκηπίου: Αναλυτική περιγραφή των αναμενόμενων θετικών ή αρνητικών συνεπειών της αξιολογούμενης ρύθμισης στους στόχους μείωσης εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου όπως καθορίζονται από τον παρόντα νόμο, συνυπολογίζονται τόσο άμεσες όσο και έμμεσες και προκαλούμενες επιπτώσεις της ρύθμισης στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου.
    2. Συνέπειες στην προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή: Αναλυτική περιγραφή εκτιμώμενης θετικής ή αρνητικής επίδρασης της αξιολογούμενης ρύθμισης στην πορεία προσαρμογής και ανθεκτικότητας της χώρας στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.

ΣΤ. Κλιματική διακυβέρνηση

Άρθρο 41

Κλιματική Αρχή

  1. Συνιστάται ανεξάρτητη αρχή με την επωνυμία “Κλιματική Αρχή”, με σκοπό α) την εποπτεία εκτέλεσης του εθνικού κλιματικού προϋπολογισμού του άρθρου 23, β) τη σύνταξη των ετήσιων κλιματικών ισολογισμών του άρθρου 26 και υποβολή τους στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, γ) τη σύνταξη ετήσιας έκθεσης εκτέλεσης του κλιματικού ισολογισμού του προηγούμενου έτους, δ) την εποπτεία σύνταξης των εθνικών αναφορών στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCCC), ε) τη διενέργεια ανεξάρτητων ερευνών και αναλύσεων για την εξέλιξη της κλιματικής αλλαγής και τις επιπτώσεις της στην Ελλάδα, στ) τη διατύπωση προτάσεων και την ενίσχυση της κλιματικής διαφάνειας και λογοδοσίας δημόσιων και ιδιωτικών οργανισμών και φορέων.
  2. Ο κλιματικός ισολογισμός ορίζει την επιτρεπόμενη ποσότητα αερίων του θερμοκηπίου ανά έτος, ανά τομέα της οικονομίας.
  3. Τυχόν απόκλιση από τον κλιματικό ισολογισμό αιτιολογείται καταλεπτώς, με επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση, από το αρμόδιο υπουργείο, το οποίο προτείνει συγκεκριμένα μέτρα για την επίτευξη κατά το επόμενο έτος των στόχων μείωσης των εκπομπών από τους τομείς ευθύνη του χωρίς απόκλιση.
  4. Η Κλιματική Αρχή δεν υπόκειται σε έλεγχο από κυβερνητικό όργανο ή διοικητική αρχή.
  5. Επικεφαλής της αρχής ορίζεται από το Υπουργικό Συμβούλιο, κατόπιν σύμφωνης γνώμης από την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, πρόσωπο εγνωσμένου επιστημονικού κύρους και κατάρτισης στην κλιματική επιστήμη. Διορίζεται δε με προεδρικό διάταγμα για πενταετή (5) θητεία, η οποία μπορεί να ανανεωθεί μια φορά.
  6. H Κλιματική Αρχή στελεχώνεται με επιστημονικό προσωπικό αποδεδειγμένης εμπειρίας στην κλιματική έρευνα, είτε μέσω απόσπασης από ερευνητικά και ακαδημαϊκά ιδρύματα, είτε με διορισμό μέσω ΑΣΕΠ.
  7. Η Κλιματική Αρχή παρουσιάζει στο τέλος κάθε έτους αναφορά πεπραγμένων και επιστημονική έκθεση με τα διαθέσιμα δεδομένα εξέλιξης της κλιματικής αλλαγής.

Άρθρο 42

Συντονισμός κυβερνητικού έργου για την κλιματική αλλαγή

  1. Ο συντονισμός του κυβερνητικού έργου για την εφαρμογή των πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής και εκτέλεσης εθνικού προϋπολογισμού εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου αποτελεί αρμοδιότητα του Κυβερνητικού Συμβουλίου για την Κλιματική Αλλαγή.
  2. Στο Κυβερνητικό Συμβούλιο για την Κλιματική Αλλαγή προεδρεύει ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μετέχουν οι υπουργοί α) Εσωτερικών, β) Οικονομικών, γ) Ανάπτυξης και Επενδύσεων, δ) Υγείας, ε) Πολιτισμού και Αθλητισμού, στ) Παιδείας, ζ) Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η) Τουρισμού, ο Υπουργός Επικρατείας, καθώς και ο αρμόδιος για τον συντονισμό του κυβερνητικού έργου, ως τακτικά μέλη. Στις συνεδριάσεις συμμετέχει επίσης ο Γενικός Γραμματέας της Κυβέρνησης.
  3. Στις συνεδριάσεις συμμετέχει πάντοτε ο επικεφαλής ή άλλος εκπρόσωπος της Κλιματικής Αρχής, ο οποίος ενημερώνει τα μέλη του κυβερνητικού συμβουλίου για την πορεία εκτέλεσης του εθνικού κλιματικού προϋπολογισμού.

Άρθρο 43

Φόρουμ Διαρκούς Κοινωνικής Διαβούλευσης και Συμμετοχής

  1. Σε ηλεκτρονικό χώρο που δημιουργείται και εξυπηρετείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αναπτύσσεται φόρουμ κοινωνικής διαβούλευσης για τις πολιτικές αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής.
  2. Στον ηλεκτρονικό χώρο φιλοξενούνται διαβουλεύσεις για όλα τα σχέδια πολιτικών και νομοθεσίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Οι διαβουλεύσεις διεξάγονται με τρόπο που διευκολύνει την ουσιαστική κατάθεση γνωμών και συμβολών, και ακολουθούνται από έκθεση με την οποία το κατά περίπτωση αρμόδιο υπουργείο τοποθετείται αιτιολογημένα επί των σχολίων που αποδέχεται ή απορρίπτει.
  3. Στον ηλεκτρονικό χώρο φιλοξενούνται τεκμηριωμένες συζητήσεις και δημοψηφίσματα που προωθούν αιτήματα προς εξέταση από την Κλιματική Αρχή από ενδιαφερόμενους πολίτες των βέλτιστων πολιτικών αντιμετώπισης της κλιματικής αλλαγής, πάντα στο πλαίσιο εκτέλεσης του εθνικού κλιματικού προϋπολογισμού.
1
2
1
1
2
1
1
1
4
1
1
1
1
1
1
2
2
2
1
1
1
1
6
3
2
1
1
1
2
1
1
1
1
1
1
1
3
2
1
1
1
2
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
2
1
1
1
1
2
2
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
2
1
1
1
1
1
1
1
1
1
1
4
1
1
3
1
1
1
1
1
1